Η ελληνική φέτα, σύμβολο ποιότητας και παράδοσης, βρίσκεται αντιμέτωπη με διεθνείς πιέσεις και εμπορικούς συμβιβασμούς που απειλούν να αλλοιώσουν την ταυτότητα και την αξία της στις παγκόσμιες αγορές.
Αν και αποτελεί προϊόν ΠΟΠ εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ελληνική φέτα στην πράξη δεν είναι πλήρως προστατευμένη διεθνώς. Στη συμφωνία Ε.Ε. – Καναδά (2017) επιτράπηκε η χρήση του όρου «φέτα» από Καναδούς παραγωγούς υπό όρους και με γεωγραφικούς προσδιορισμούς, εξέλιξη που άνοιξε τον δρόμο για αντίστοιχους συμβιβασμούς.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζεται και στη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Αυστραλία, που ανακοινώθηκε τον Μάρτιο, προκαλώντας ακόμη ένα πλήγμα για το σημαντικότερο εξαγώγιμο αγροτοδιατροφικό προϊόν της χώρας. Σύμφωνα με τη σχετική ρύθμιση, επιτρέπεται σε Αυστραλούς παραγωγούς που χρησιμοποιούν την ονομασία επί τουλάχιστον πέντε χρόνια να συνεχίσουν να την εκμεταλλεύονται, αρκεί να αναγράφουν την προέλευση. Φέτες, λοιπόν, όπως το Romano, η Bologna, η Finocchiona και η Grappa «κλειδώνονται» υπέρ των επιχειρήσεων που τις χρησιμοποιούν.
Το κρίσιμο πλέον ερώτημα είναι εάν υπάρχει ακόμα χρόνος, έως την κύρωση της συμφωνίας, να βελτιωθούν ουσιαστικά οι διατυπώσεις και να ενισχυθεί η προστασία του ελληνικού προϊόντος.
Ο πρόεδρος Δ.Ε. Παραρτήματος Κεντρικής Μακεδονίας του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΓΕΩΤΕΕ), Αθανάσιος Σαρόπουλος, μιλώντας στην One Voice υποστηρίζει ότι «αυτή η πρόβλεψη είναι επιζήμια για τα ελληνικά συμφέροντα και, δεδομένου ότι η συμφωνία δεν έχει ακόμη κυρωθεί, η ελληνική κυβέρνηση καλό είναι να αναλάβει τον αυτονόητο αγώνα για την προστασία της ελληνικής φέτας. Εφόσον γίνεται αποδεκτό ότι στον Καναδά και στην Αυστραλία παράγεται τυρί με την ονομασία “φέτα”, προκύπτει στην πράξη ο κίνδυνος η ονομασία να αντιμετωπίζεται όχι ως προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη (ΠΟΠ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά ως γενικός τύπος τυριού, γεγονός που αποδυναμώνει την αποκλειστικότητα και την ταυτότητα του ελληνικού προϊόντος».
Ανάστατοι εμφανίζονται οι παραγωγοί γάλακτος, οι οποίοι, πέρα από τις συνέπειες των ζωονόσων που έχουν πλήξει σοβαρά τα κοπάδια τους, εκφράζουν έντονες ανησυχίες για ρυθμίσεις που, όπως επισημαίνουν, αποδυναμώνουν την προστασία των ελληνικών τυριών ΠΟΠ και της φέτας, επιτρέποντας τη χρήση της ονομασίας σε παραγωγούς τρίτων χωρών υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, τονίζουν πως «η ευρύτερη χρήση του όρου “φέτα” για λευκά τυριά εκτός Ελλάδας θολώνει την εικόνα του αυθεντικού προϊόντος, προκαλώντας σύγχυση στους καταναλωτές και πιέζοντας την εμπορική του αξία». Από την πλευρά του, ο κ. Σαρόπουλος επισημαίνει ότι «στις εμπορικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν τίθεται σαφής και αυστηρή υποχρέωση ώστε να μη χρησιμοποιείται η ονομασία “φέτα” για αγελαδινά λευκά τυριά στον Καναδά και στην Αυστραλία, και δεν διασφαλίζεται τουλάχιστον ότι προϊόντα με αυτή την ονομασία θα παράγονται αποκλειστικά από πρόβειο ή αιγοπρόβειο γάλα (ή με περιορισμένη συμμετοχή γίδινου). Τότε, στην πράξη υπονομεύεται η ταυτότητα του αυθεντικού ελληνικού προϊόντος».
Επιπλέον, ο κ. Σαρόπουλος τονίζει την έλλειψη ολοκληρωμένης κτηνοτροφικής πολιτικής στη χώρα μας, γεγονός που ουσιαστικά αποδυναμώνει την παραγωγική βάση και εκθέτει το προϊόν σε ανταγωνισμό και αμφισβητήσεις από άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα, επισημαίνει: «Χωρίς διαχειριστικά σχέδια βόσκησης και κατάργηση της εικονικής βόσκησης της “τεχνικής λύσης”, κρέμεται από μία κλωστή και η προστασία ΠΟΠ από καιροφυλακτούντες Δανούς και άλλους εταίρους… Η κατάργηση της κοινόχρηστης βόσκησης και η ορθή εφαρμογή των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης αναμένεται να πενταπλασιάσει την παραγωγικότητα των βοσκοτόπων μας, να μειώσει το κόστος παραγωγής και να δώσει νέα ώθηση στη φέτα».
Την ίδια ώρα, σε προσωρινή εφαρμογή τέθηκε πριν από λίγες ημέρες η εμπορική συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με χώρες της Mercosur. Σχεδόν στην πρεμιέρα της εφαρμογής της προέκυψαν σοβαρά ερωτήματα για την ασφάλεια των εισαγόμενων προϊόντων και την αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών. Σύμφωνα με εργαστηριακούς ελέγχους σε κατεψυγμένα κοτόπουλα, προέλευσης Βραζιλίας, εντοπίστηκε υψηλό ποσοστό επιμόλυνσης με σαλμονέλα, γεγονός που οδήγησε σε απόρριψη παρτίδων. Ο κ. Αθανάσιος Σαρόπουλος επισημαίνει: «Η εφαρμογή των νέων εμπορικών συμφωνιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εγείρει σοβαρά ζητήματα δημοκρατικής λειτουργίας και ουσιαστικής προστασίας των ευρωπαϊκών προϊόντων. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλείται να εξετάσει τις επιπτώσεις αυτών των συμφωνιών όχι μόνο σε θεσμικό επίπεδο, αλλά και ως προς τη συνολική λειτουργία της Ένωσης και την προστασία της παραγωγής των κρατών-μελών».






































