Η κυβερνητική δυναμική εξαντλείται ταχύτατα και δίνει τη θέση της στον προβληματισμό και κάποιες φορές στην εσωστρέφεια.
Και αρχίζουν οι (διακριτικές προς το παρόν) βολές μεταξύ των κυβερνητικών στελεχών. Το διαπιστώσαμε μεγαλοπρεπώς στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, όλο το προηγούμενο διάστημα, με τον υπουργό Εξωτερικών, Ν. Δένδια να αρθρώνει νηφάλια μια στοιχειώδη θέση και να μαζεύει -παραδεχόμενος- τα ασυμμάζευτα του υπουργού Άμυνας, Ν. Παναγιωτόπουλου.
Ακόμα και το πλέον δυναμικό αφήγημα των τελευταίων μηνών, του “νόμου και της τάξης”, σκοντάφτει πάνω στις βασικές αρχές του κράτους δικαίου, αδυνατώντας ταυτόχρονα να καλύψει σοβαρά ελλείμματα.
Με λίγα λόγια η “έτοιμη από καιρό” κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, αξιολογείται μέχρι στιγμής κάτω από τη βάση στα βασικά θέματα που είχε καταφέρει να πείσει προεκλογικά ότι έχει τις λύσεις. Όχι μόνο δεν τις έχει, αλλά δείχνει να εκπλήσσεται και η ίδια από την ένταση, την πολυπλοκότητά τους. Κάποιες φορές μάλιστα δείχνει να αγνοεί και βασικές παραμέτρους (π.χ. προσφυγικό, ποδόσφαιρο)
Με αυτή την αρνητική μέχρι στιγμής αξιολόγηση στα ζητήματα που κατέγραφε υπεροχή, έρχεται τώρα αντιμέτωπη και με θέματα που εξ’ αρχής θα ήταν δύσκολα για την ίδια. Ζητήματα που ακουμπούν την οικονομία και την καθημερινότητα της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας.
Πρώτο συγκυριακά έρχεται το θέμα του κατώτατου μισθού. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για διπλή αύξηση την επόμενη διετία και επιστροφή των μισθών στα προ κρίσης επίπεδα, αντιμετωπίζεται ήδη με αμηχανία. Τι θα κάνει η κυβέρνηση; Θα επιμείνει στο πρωτοφανές επιχείρημα “έδωσε μαζεμένες τις αυξήσεις ο ΣΥΡΙΖΑ”; Ή θα κάνει την ανάγκη φιλοτιμία και έστω και προς το τέλος του χρόνου θα οδηγηθεί σε αυξήσεις κοντά στο 4% με 5%; Προεκλογικά πάντως, υποστήριζε ότι θα δώσει αυξήσεις στο διπλάσιο της αύξησης του ΑΕΠ.
Ο (παρατεταμένος) μήνας του μέλιτος για την κυβέρνηση πέρασε. Και τώρα αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα.




































