Γράφει ο Βασίλης Ταλαμάγκας
Το «βουνό» του δημόσιου χρέους δεν μπορεί η χώρα να το αντιμετωπίσει μόνο με τις πρόωρες αποπληρωμές, αφού απαιτείται μια ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας της χώρας.
Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας παραμένει ένα από τα κεντρικά ζητήματα της οικονομικής πολιτικής, παρά τη σαφή βελτίωση που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια. Οι πρόωρες αποπληρωμές δανείων από την περίοδο των μνημονίων έχουν αναδειχτεί σε βασικό εργαλείο διαχείρισης, στέλνοντας θετικό μήνυμα στις αγορές και μειώνοντας το κόστος εξυπηρέτησης. Ωστόσο, όσο εντυπωσιακές και αν είναι αυτές οι κινήσεις, δεν αρκούν από μόνες τους να εξαφανίσουν το «βουνό» του χρέους, το οποίο εξακολουθεί να βαραίνει τη μακροπρόθεσμη πορεία της οικονομίας.
Τα τελευταία χρόνια η χώρα αξιοποίησε τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα και τα πρωτογενή πλεονάσματα για να προχωρήσει σε πρόωρες αποπληρωμές δανείων, κυρίως προς τον επίσημο τομέα. Με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται ο κίνδυνος από μεταβολές επιτοκίων, μειώνονται οι μελλοντικές πληρωμές τόκων και βελτιώνεται το προφίλ του χρέους ως προς τη διάρκειά του. Παράλληλα, ενισχύεται η αξιοπιστία της χώρας, γεγονός που μεταφράζεται σε χαμηλότερο κόστος δανεισμού στις αγορές. Όμως, σε απόλυτα μεγέθη, το δημόσιο χρέος παραμένει ιδιαίτερα υψηλό και η μείωσή του μετριέται κυρίως ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Αυτό ακριβώς είναι και το κρίσιμο σημείο. Η αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ δεν εξαρτάται μόνο από τις αποπληρωμές, αλλά κυρίως από την πορεία της οικονομίας. Αν το ΑΕΠ αυξάνεται με σταθερούς και διατηρήσιμους ρυθμούς, τότε το βάρος του χρέους μειώνεται πιο γρήγορα. Αντίθετα, σε ένα περιβάλλον χαμηλής ανάπτυξης ή νέων εξωτερικών κλυδωνισμών, ακόμη και σημαντικές αποπληρωμές μπορεί να έχουν περιορισμένο αποτέλεσμα στη συνολική εικόνα.
Οι προβλέψεις δείχνουν ότι το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να ακολουθεί πτωτική πορεία τα επόμενα χρόνια, παραμένοντας όμως σε επίπεδα υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η μείωση αναμένεται να είναι σταδιακή, στηριζόμενη στη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και στην αποφυγή δημοσιονομικών εκτροπών. Παράλληλα, η διεθνής συγκυρία, τα επιτόκια και οι γεωπολιτικές εξελίξεις αποτελούν παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τις προβλέψεις και να επιβραδύνουν τη διαδικασία.
Συνεπώς, οι πρόωρες αποπληρωμές αποτελούν μεν ένα θετικό και αναγκαίο βήμα, αλλά δεν συνιστούν μαγική λύση. Το δημόσιο χρέος δεν «τελειώνει» με μεμονωμένες κινήσεις, όσο σημαντικές κι αν είναι. Η πραγματική πρόκληση βρίσκεται στη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας, στη σταθερή δημοσιονομική διαχείριση και στις μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα. Μόνο μέσα από αυτόν τον συνδυασμό μπορεί το βουνό του χρέους να μετατραπεί σταδιακά σε ένα διαχειρίσιμο ύψωμα και να πάψει να αποτελεί μόνιμη απειλή για το μέλλον της χώρας. Και αυτό για την ώρα δεν διαφαίνεται…






































