NAVTEX, ΝΑΤΟ και η εμπέδωση της αναθεωρητικής ατζέντας
Η Άγκυρα, πάντως, εξακολουθεί να τηρεί σκληρή γραμμή στα ζητήματα του Αιγαίου, προσθέτοντας μάλιστα νέα εργαλεία για την προώθηση των θέσεών της στο διεθνές πεδίο. Δίπλα στις πολλαπλές προκλήσεις των τελευταίων μηνών, που ουσιαστικά διέλυσαν το αφήγημα των «ήρεμων νερών», η τουρκική πλευρά προχώρησε πρόσφατα σε μία ακόμη ιδιαίτερα προκλητική κίνηση.
Με την έκδοση δύο NAVTEX, επαναφέρει τις πάγιες θέσεις της περί δήθεν τουρκικής δικαιοδοσίας αδειοδότησης ερευνών στο μισό Αιγαίο, αλλά και το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης 23 νησιών του ανατολικού Αρχιπελάγους. Ιδιαίτερη αίσθηση στην Αθήνα προκαλεί το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες NAVTEX έχουν ασυνήθιστα μακρά διάρκεια ισχύος, που φτάνει τα δύο έτη.
Σύμφωνα με έμπειρους διπλωματικούς και πολιτικούς κύκλους, ο γενικός και αόριστος χαρακτήρας των αναφορών, σε συνδυασμό με τη διετή ισχύ, εντάσσεται σε μια νέα τακτική πολιτικής και διοικητικής αμφισβήτησης του καθεστώτος του Αιγαίου. Στόχος είναι να εμπεδωθεί διεθνώς η αντίληψη ότι η περιοχή ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού υπάγεται σε τουρκική δικαιοδοσία. Παράλληλα, η πρακτική αυτή λειτουργεί ως μόνιμος μοχλός πίεσης προς την ελληνική πλευρά, τοποθετώντας τη διαρκώς σε θέση άμυνας.
Οι συγκεκριμένες NAVTEX αξιοποιούνται συστηματικά και στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, όπου οι ελληνοτουρκικές διαφωνίες οδηγούν σε μακροχρόνιες διαβουλεύσεις και συμβιβασμούς, που συχνά καταλήγουν στην καταγραφή της τουρκικής θέσης ως «διακριτής άποψης». Δεν είναι η πρώτη φορά που η Άγκυρα επιχειρεί να επιβάλει τις θέσεις της στις διαπραγματεύσεις για τους επιχειρησιακούς χάρτες της Συμμαχίας, εκμεταλλευόμενη τη γεωπολιτική της αναβάθμιση τα τελευταία χρόνια.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η δεύτερη τουρκική NAVTEX κατονομάζει 23 ελληνικά νησιά -από τη Θάσο και τη Λήμνο έως τη Ρόδο, την Κω και το σύμπλεγμα του Καστελορίζου- ως δήθεν «υπό καθεστώς μόνιμης αποστρατιωτικοποίησης». Για τη στήριξη αυτής της θέσης, η Τουρκία επικαλείται τη Διάσκεψη του Λονδίνου του 1914, τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 και τη Συνθήκη των Παρισίων του 1947, υιοθετώντας μια αυθαίρετη και νομικά έωλη ερμηνεία.
Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, η Τουρκία διαμορφώνει και ενισχύει συστηματικά την ατζέντα των μονομερών αξιώσεών της ενόψει της νέας συνάντησης κορυφής, όποτε και αν αυτή πραγματοποιηθεί, αν τελικά πραγματοποιηθεί. Το ίδιο ισχύει και ενόψει μιας πιθανής παρέμβασης Τραμπ.
Χαρακτηριστικές είναι, τέλος, οι δηλώσεις του Χακάν Φιντάν, ο οποίος δεν δίστασε να θέσει στο «παζάρι» ακόμη και το αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας, βάσει του Δικαίου της Θάλασσας, να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια. Παράλληλα, επανέφερε ανυπόστατους ισχυρισμούς περί «γκρίζων ζωνών», αποστρατιωτικοποίησης νησιών και εύρους εναέριου χώρου, την ώρα που η ελληνική πλευρά έχει ξεκαθαρίσει ότι αναγνωρίζει μία και μόνη διαφορά, την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας.




































