Οι αρμόδιοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι το επαναλαμβάνουν συνεχώς: η Ελλάδα μπορεί, αλλά δεν έχει λόγους να βιάζεται να βγει στην αγορά ομολόγων. Άλλωστε, διαθέτουμε επαρκές «μαξιλάρι» για να καλύψουμε για 22 μήνες τις χρηματοδοτικές ανάγκες χωρίς την παραμικρή επαφή με τους ιδιώτες επενδυτές.
Σε μεγάλο βαθμό, αυτή η έλλειψη βιασύνης πρέπει να ερμηνευθεί ως μια κίνηση τακτικής. Καθένας μπορεί να αντιληφθεί ότι όποιος δείχνει να «καίγεται» για δανεικά αποδυναμώνει τη θέση του απέναντι στους υποψήφιους πιστωτές του.
Εξάλλου, από στενά δημοσιονομική άποψη, μια γρήγορη έξοδος στην αγορά δεν θα είναι ωφέλιμη. Το κόστος δανεισμού θα είναι αρκετά υψηλό, ενώ με την πάροδο του χρόνου και εφόσον όλα πηγαίνουν σύμφωνα με τον προγραμματισμό η Ελλάδα θα μπορεί να συμπιέζει το κόστος δανεισμού, έστω και αν αυτό θα εξακολουθήσει να είναι δραματικά υψηλότερο από το αντίστοιχο των ευρωπαϊκών δανείων.
Υπάρχει, λοιπόν, κάποιος λόγος να βιάζεται η Ελλάδα να βγει στην αγορά; Η σύντομη απάντηση είναι ότι υπάρχει λόγος και είναι σοβαρός.
Δεν αναφερόμαστε βέβαια σε πολιτικούς υπολογισμούς, που έχουν βασικό κριτήριο τη δημιουργία εντυπώσεων, όσο και αν μια κυβέρνηση δεν μπορεί παρά να τους λαμβάνει υπόψη: μια γρήγορη έξοδος θα έδινε στον πρωθυπουργό ένα καλό επικοινωνιακό «όπλο», ενόψει της ομιλίας του στην ΔΕΘ και θα επέτρεπε στην κυβέρνηση να υποστηρίζει ότι καταφέραμε να βγούμε στην αγορά ταυτόχρονα με τη λήξη του μνημονίου, όπως ακριβώς συνέβη και στις άλλες χώρες της ευρωζώνης, που βγήκαν από προγράμματα.
Η γρήγορη έξοδος στην αγορά ομολόγων είναι απαραίτητη για έναν άλλο λόγο, οικονομικής ουσίας. Όσο πιο γρήγορα εκφρασθεί η ψήφος εμπιστοσύνης των επενδυτών του ιδιωτικού τομέα στα ελληνικά ομόλογα, τόσο γρηγορότερη θα είναι η επιστροφή της χώρας στη χρηματοπιστωτική και επενδυτική κανονικότητα. Απλούστερα: τόσο πιο γρήγορα θα αρχίσει να κινείται το χρήμα στην οικονομία, για να κινητοποιήσει το παραγωγικό δυναμικό.
Από το 2010, όταν η χώρα αποκλείσθηκε από την αγορά ομολόγων, ουσιαστικά αποτελεί μια «τρύπα» στο διεθνή επενδυτικό χάρτη. Όταν δεν βρίσκονται επενδυτές να δανείσουν το Δημόσιο, επειδή φοβούνται ότι μπορεί να χάσουν τα κεφάλαιά τους, γίνεται αφάνταστα δύσκολη οποιαδήποτε προσέλκυση κεφαλαίων στην εθνική οικονομία.
Σήμερα, όπως φαίνεται από πολλές δηλώσεις αναλυτών και εκθέσεις διεθνών τραπεζικών και επενδυτικών οίκων, οι επενδυτές είναι έτοιμοι να τοποθετήσουν και πάλι κεφάλαια στα ελληνικά κρατικά ομόλογα.
Όχι εις ένδειξη αλληλεγγύης σε μια χώρα που πέρασε τα πάνδεινα μετά τη χρεοκοπία, αλλά έχουν βάσιμους λόγους να περιμένουν ότι θα κερδίσουν πολλά, με σχετικά χαμηλό ρίσκο: μετά και την τελευταία συμφωνία για το χρέος και τη μεταμνημονιακή επιτήρηση, ο κίνδυνος χρεοκοπίας της Ελλάδας περιορίζεται στο ελάχιστο για το ορατό μέλλον, ενώ οι ελληνικοί τίτλοι έχουν με τεράστια διαφορά τις μεγαλύτερες αποδόσεις στην ευρωζώνη.
Αυτή η θετική συγκυρία πρέπει να αξιοποιηθεί το συντομότερο, παρότι δεν υπάρχει άμεση δημοσιονομική ανάγκη για νέο δανεισμό. Επιπλέον, όσο και αν αυτό δεν είναι ευχάριστο, θα πρέπει η κυβέρνηση να αποδεχθεί ότι θα πληρώσει ένα αρκετά «τσουχτερό» επιτόκια για την πρώτη έκδοση 10ετών τίτλων αναφοράς, ώστε να διασφαλίσει ότι δεν θα επαναληφθεί το κακό προηγούμενο της πρόσφατης έκδοσης των 7ετών ομολόγων, που τιμολογήθηκαν εσφαλμένα, με υπερβολικά χαμηλή απόδοση, και οι τιμές τους υποχώρησαν σοβαρά στα πρώτα στάδια διαπραγμάτευσης στη δευτερογενή αγορά, αφήνοντας κακές εντυπώσεις σε όσους συμμετείχαν στην έκδοση.
Όταν τιμολογηθεί το πρώτο 10ετές ομόλογο μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης, οι εισροές κεφαλαίων σε ομόλογα, κρατικά και εταιρικά, αλλά και στο Χρηματιστήριο θα προσλάβουν μια νέα δυναμική. Οι ροές των κεφαλαίων θα αρχίσουν να διαχέονται στην οικονομία, ιδιαίτερα όσο θα εξυγιαίνονται τα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, και η οικονομική ανάπτυξη θα λάβει μια ισχυρή και άκρως απαραίτητη ώθηση.
Το μεγάλο βήμα, λοιπόν, πρέπει να γίνει το συντομότερο και να έχουμε πάντα υπόψη ότι το περιβόητο «μαξιλάρι» ρευστών διαθεσίμων είναι χρήσιμο όσο δεν χρησιμοποιείται. Αν η Ελλάδα δώσει διεθνώς την εικόνα μιας φοβισμένης οικονομίας, που δεν τολμά να απευθυνθεί στα ιδιωτικά κεφάλαια, αλλά προτιμάει να τρώει τα έτοιμα, τα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια θα αργήσουν πολύ να πεισθούν ότι η κρίση έχει πράγματι ξεπερασθεί.






































