Η διερεύνηση της υπόθεσης των υποκλοπών και για κατασκοπεία προσδίδει πολιτική διάσταση στο σκάνδαλο. Η εξέταση του συγκεκριμένου αδικήματος αναμένεται να τροφοδοτήσει περαιτέρω πολιτικές αντιπαραθέσεις, καθώς αρκετοί από τους παρακολουθούμενους κατείχαν υψηλές κυβερνητικές ή άλλες σημαντικές θέσεις.
Σε νέα, κρίσιμη φάση εισέρχεται η υπόθεση των υποκλοπών μετά την ετυμηγορία του Β’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία δεν περιορίστηκε στην επιβολή ποινών στους τέσσερις επιχειρηματίες, αλλά άνοιξε τον δρόμο για περαιτέρω ποινική διερεύνηση. Οι ποινές που επιβλήθηκαν φτάνουν συνολικά τα 126 έτη και 8 μήνες φυλάκισης, με εκτιτέα τα 8 έτη, το ανώτατο προβλεπόμενο για πλημμελήματα, για τους επιχειρηματίες-εκπροσώπους και διαχειριστές των εταιρειών που σχετίζονται με την πώληση του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator. Το δικαστήριο επίσης με απόφασή του διέταξε τη διαβίβαση εκ νέου της δικογραφίας στην Εισαγγελία, κρίνοντας, με βάση τις μαρτυρίες και τα έγγραφα της πολύμηνης διαδικασίας, ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις και για την τέλεση βαρύτερων αδικημάτων.
Ο συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας, Ζαχαρίας Κεσσές, μιλώντας στην One Voice υπογραμμίζει: «Με την απόφαση του δικαστηρίου διαβιβάζεται εκ νέου ολόκληρη η δικογραφία, προκειμένου να διερευνηθεί σωρεία αδικημάτων, μεταξύ των οποίων και η κατασκοπεία». Όπως επισημαίνει, στην απόφαση γίνεται αναφορά και σε συγκεκριμένα πρόσωπα για τα οποία προκύπτουν ενδείξεις συμμετοχής, αλλά και σε κάθε τρίτο που ενδεχομένως εμπλέκεται.
Η δικαστική κρίση, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν εξαντλείται στις καταδίκες των τεσσάρων, αλλά ανοίγει το μείζον ζήτημα της αναζήτησης των ηθικών αυτουργών και όσων φέρονται να σχεδίασαν ή να καθοδήγησαν τον μηχανισμό των παρακολουθήσεων. «Δεν δικάστηκαν οι ηθικοί αυτουργοί», τονίζει, προσθέτοντας ότι από τα στοιχεία της δίκης προέκυψε συνεργασία ιδιωτών με στελέχη της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. «Αυτό ακριβώς πρέπει να διερευνηθεί. Ποιοι έδωσαν την εντολή και ποιοι είχαν τον έλεγχο», σημειώνει.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλούν τα στοιχεία της δικογραφίας σύμφωνα με τα οποία 87 πρόσωπα -μεταξύ τους σχεδόν το σύνολο του υπουργικού συμβουλίου- είχαν ενημερωθεί για τις παρακολουθήσεις από τον Αύγουστο του 2023, με συστημένες επιστολές, από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Ο κ. Κεσσές κάνει λόγο όχι για απλή παρακολούθηση, αλλά για «παγίδευση» κινητών τηλεφώνων, με δυνατότητα απομακρυσμένης ενεργοποίησης μικροφώνου και κάμερας. «Ο υπουργός Εξωτερικών, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη και κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης παγιδεύτηκαν. Και όταν λέω παγιδεύτηκαν, εννοώ παγίδευση, όχι απλή παρακολούθηση. Άκουγαν ό,τι έκαναν – κουβαλούσαν μαζί τους έναν “κοριό”. Μπορούσε να ενεργοποιηθεί η κάμερα εξ αποστάσεως, ακόμη και αν το τηλέφωνο ήταν σε λειτουργία πτήσης», δηλώνει χαρακτηριστικά.
Στο πολιτικό σκέλος της υπόθεσης είχε προηγηθεί η Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής για τις υποκλοπές. Ο κ. Κεσσές εκφράζει την άποψη ότι η Επιτροπή «όχι μόνο δεν διερεύνησε ουσιαστικά την υπόθεση, αλλά υπέθαλψε τους εμπλεκόμενους» και προσθέτει «όταν ζητήθηκε να κληθούν οι τέσσερις που καταδικάστηκαν σε 126 χρόνια σε πρώτο βαθμό, οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας ζήτησαν να μην κληθούν. Εμφανίστηκε μόνο ο φερόμενος ως “αχυράνθρωπος” ενός κατηγορουμένου, στον οποίο είχαν δοθεί από την προηγούμενη ημέρα οι ερωτήσεις που θα του υπέβαλλαν, παρότι η διαδικασία είχε αποφασιστεί να είναι μυστική».
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι εάν η νέα εισαγγελική διερεύνηση θα οδηγήσει σε απαγγελία νέων κατηγοριών. Όπως επισημαίνει ο ίδιος: «Μπορούμε και πρέπει να περιμένουμε τα πάντα. Με τα στοιχεία που υπάρχουν, κατά την άποψη μου, η μόνη περίπτωση να μη βρεθούν κατηγορούμενα στελέχη της ΕΥΠ και οι προϊστάμενοί τους είναι να υπάρξει συγκάλυψη». Και συνεχίζει τονίζοντας πως έχει την αξία του που «σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, ο βασικός κατηγορούμενος έχει κουμπαριές με υπουργούς».
Σε ό,τι αφορά στο χρονοδιάγραμμα, μας ενημερώνει ότι η δικογραφία έχει διαβιβαστεί στην Εισαγγελία, αλλά «δεν μπορώ να γνωρίζω τα ακριβή χρονικά περιθώρια. Πρόκειται όμως για ώριμο υλικό και αναμένονται εξελίξεις τους επόμενους μήνες».
Τέλος, σύμφωνα με τον κ. Κεσσέ, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα το γεγονός ότι, όταν την υπόθεση χειρίζονταν εισαγγελείς Πρωτοδικών, η έρευνα προχωρούσε. Μέχρι που όπως υποστηρίζει παρενέβη η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και η δικογραφία τους αφαιρέθηκε, με αποτέλεσμα την αρχειοθέτηση της υπόθεσης στο σύνολό της, πέραν εκείνου του τμήματος που οδηγήθηκε σε δίκη και τελικά στην καταδίκη των τεσσάρων. Αντιθέτως, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κρίθηκε εκ νέου ότι υπάρχουν ενδείξεις κακουργηματικού χαρακτήρα που δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Η υπόθεση των υποκλοπών επανέρχεται στο προσκήνιο, με το βάρος να μετατοπίζεται πλέον εκτός από τους «εκτελεστές» και στους ενδεχόμενους «εντολείς».





































