Με τους ημερήσιους τζίρους να μην ξεπερνούν τα 20 εκατ. ευρώ και τις καθημερινές διακυμάνσεις του Γενικού Δείκτη να περιορίζονται σε… εκνευριστικά μικρό εύρος, η Λεωφόρος Αθηνών μοιάζει να έχει κλείσει πρόωρα λόγω θερινών διακοπών και ζητείται ο καταλύτης που θα την «ζωντανέψει».
Δυστυχώς, η εβδομάδα αυτή, με την οποία μπαίνουμε και τυπικά σε ρυθμούς Αυγούστου, δεν φαίνεται να έχει τις προϋποθέσεις για να βελτιωθεί το επενδυτικό ενδιαφέρον.
Από την αγορά ομολόγων, τα μηνύματα είναι διφορούμενα. Μπορεί η απόδοση του 10ετούς να υποχωρεί προς το 3,8% και να πλησιάζει στο επίπεδο που βρισκόταν όταν έγινε η αμέσως προηγούμενη έξοδος στην αγορά, αλλά από την πλευρά της κυβέρνησης δεν υπάρχουν ακόμη «σήματα» για τις επόμενες κινήσεις της.
Αρνητική είναι, εξάλλου, η πληροφόρηση σχετικά με το τελευταίο ταξίδι Τσακαλώτου στις ΗΠΑ, καθώς έγινε γνωστό (από δημοσίευμα της «Καθημερινής») ότι οι επενδυτές που κατέχουν τίτλους του PSI, αξίας 4,3 δισ. ευρώ, δεν επιθυμούν να τους ανταλλάξουν με νέα 10ετή ομόλογα, ώστε να διευκολυνθεί η πρώτη έξοδος στην αγορά μετά τη λήξη του προγράμματος.
Σε ό,τι αφορά τις τράπεζες, που δείχνουν έντονα σημάδια αδυναμίας, το πρόβλημα είναι ότι αυτή την εβδομάδα, λόγω της δημοσίευσης της έκθεσης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, θα επανέλθει στο προσκήνιο το ζήτημα της αργής μείωσης των προβληματικών δανείων και η ανάγκη να ενισχυθούν προληπτικά τα κεφάλαια των τραπεζών.
Πέραν του τραπεζικού τομέα, δεν υπάρχει κλάδος ή κάποια ισχυρή ομάδα μετοχών της υψηλής κεφαλαιοποίησης, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν με ηγετικό τρόπο σε μια ανοδική αντίδραση της αγοράς.
Οι εξελίξεις στα διεθνή χρηματιστήρια βρίσκονται μάλλον σε θετική κατεύθυνση, ιδιαίτερα μετά τη συμφωνία Τραμπ – Γιούνκερ για την αποφυγή εμπορικού πολέμου ΗΠΑ και Ευρώπης, αλλά αποδείχθηκε, την περασμένη εβδομάδα, ότι η ελληνική αγορά δεν μπορεί να ακολουθήσει την ανοδική πορεία των ξένων χρηματιστηρίων.
Το σχόλιο του Μ. Χατζηδάκη
Για μια ακόμη εβδομάδα η εγχώρια αγορά παρουσίασε χαμηλό επενδυτικό ενδιαφέρον
κινούμενη από την δύναμη της αδράνειας. Όλη η κίνηση του Γενικού Δείκτη εξαντλήθηκε σε 10 μονάδες ενώ για πρώτη φορά μετά τον Αύγουστο του 2016 παρατηρήθηκε σε εβδομαδιαία βάση μέση ημερήσια αξία συναλλαγών αισθητά χαμηλότερη από τα 20 εκατ. ευρώ. Στην εβδομάδα που πέρασε σημειώθηκε η 5η χειρότερη επίδοση συναλλαγών σε μία συνεδρίαση (12,8 εκατ. ευρώ στις 23/7) ενώ καμία συνεδρίαση δεν πέρασε τον πήχη των 20 εκατ. ευρώ. Και άλλες φορές στο παρελθόν η αγορά είχε παρουσιάσει φαινόμενα συναλλακτικής άπνοιας, οι οποία παρουσιάζει την συνήθη εποχικότητα σε όλες τις χρηματιστηριακές αγορές του πλανήτη. Όχι όμως για τόσο μακρύ χρονικό διάστημα και όχι από τόσο νωρίς.
Πέρα από την ρευστότητα η αγορά δείχνει να ξεμένει σταδιακά και από ψυχολογία. Το γεγονός ότι οι ξένες αγορές έχουν κινηθεί πολύ πιο πειστικά ανοδικά αυτό το διάστημα και η αδυναμία των σηματωρών μετοχών να ακολουθήσουν έχει να κάνει και με την πολύμηνη ψυχολογική κόπωση που έχει καταβάλει τους εμπλεκόμενους.
Αν και οι απώλειες της αγοράς δεν είναι ομοιόμορφες η αναποτελεσματική αντίδραση από την πλειονότητα των μετοχών ακόμα και σε καλά νέα έχει προβληματίσει ως προς την δυνατότητα της αγοράς να κεφαλαιοποιήσει στην παρούσα φάση κάποιο καλό νέο, σε μάκρο είτε σε μίκρο επίπεδο.
Η υπόθεση ότι η εγχώρια αγορά αναζητά κάποιο νέο καταλύτη κερδίζει καθημερινά έδαφος. Ενδεχομένως ο καταλύτης αυτός συνδέεται και με τις πολιτικές εξελίξεις οι οποίες μετά τα τελευταία δραματικά γεγονότα στην Αττική φαίνεται να αναστέλλεται μέχρι νεοτέρας.
Τεχνικά, ο Γενικός Δείκτης παρέμεινε στο εύρος 740 – 760 μονάδων χωρίς να προβληματίσει αγοραστές και πωλητές για κάποια απότομη μεταβολή των δεδομένων της τάσης. Οι τζίροι δεν είναι τέτοιοι που να δημιουργούν προϋποθέσεις κάποιας έντονης εκτόνωσης προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση ενώ το σύστημα των μεσοπρόθεσμων κινητών μέσων συγκλίνει προς την περιοχή των 760 μονάδων.
Οι ταλαντωτές υποδηλώνουν ουδετερότητα και όλη διαγραμματική εικόνα από το Μάιο και μετά δεν είναι παρά μια παρατεταμένη συσσώρευση τιμών και όγκων που παραπέμπει σε αναμονή, όπως την περίοδο Σεπτεμβρίου – Νοεμβρίου του 2017 όταν η αγορά είχε βηματισμό στα ίδια περίπου επίπεδα τιμών.
Η ζώνη στήριξης παραμένει οι 735 μονάδες, ενώ ανοδικά η περιοχή των 780 μονάδων σίγουρα θα απαιτήσει φρέσκο τζίρο και συναλλαγές αισθητά υψηλότερες για να διασπασθεί.
Δεδομένου του ότι οι επόμενες τρεις εβδομάδες στερούνται νέων και θεωρούνται η επιτομή της εποχικής συρρίκνωσης του ενδιαφέροντος το σκηνικό δεν αναμένεται να αλλάξει διατηρώντας την υποτονική εικόνα πλάγιων διακυμάνσεων στην εγχώρια αγορά.




































