Στην τρέχουσα συγκυρία της οικονομικής κρίσης η Κυβέρνηση έχει επιλέξει έναν δρόμο «έκτακτης φοροεπιδρομής», ο οποίος αποσκοπεί στη συρρίκνωση της ρευστότητας της αγοράς για την κάλυψη των ελλειμμάτων του δημοσίου ταμείου, αναφέρει η ΕΣΕΕ σε ανακοίνωσή της. Στην τρέχουσα συγκυρία της οικονομικής κρίσης η Κυβέρνηση έχει επιλέξει έναν δρόμο «έκτακτης φοροεπιδρομής», ο οποίος αποσκοπεί στη συρρίκνωση της ρευστότητας της αγοράς για την κάλυψη των ελλειμμάτων του δημοσίου ταμείου, αναφέρει η ΕΣΕΕ σε ανακοίνωσή της.
Ειδικότερα, η σχετική ανακοίνωση έχει ως εξής:
«Ένα πολύ βασικό χαρακτηριστικό της διαδικασίας άσκησης οικονομικής πολιτικής στην μετά-ΟΝΕ εποχή είναι η νομισματική πολιτική που ασκείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό σημαίνει πολύ απλά ότι στα χέρια των εθνικών κυβερνήσεων παραμένει ως βασική πολιτική άσκησης οικονομικής πολιτικής η δημοσιονομική πολιτική, βασικός άξονας της οποίας είναι η φορολογία.
Η φορολογική στρατηγική είναι πολύ σημαντική για την προώθηση της υπόθεσης της ανάπτυξης, στο βαθμό που καθορίζει το εύρος της οικονομικής επιβάρυνσης της κοινωνίας και τα διαφορετικά επίπεδα της αναδιανομής των πόρων. Δυστυχώς, στην τρέχουσα συγκυρία της οικονομικής κρίσης η Κυβέρνηση έχει επιλέξει έναν δρόμο «έκτακτης φοροεπιδρομής», ο οποίος αποσκοπεί στη συρρίκνωση της ρευστότητας της αγοράς για την κάλυψη των ελλειμμάτων του δημοσίου ταμείου. Είναι αποδοτική η εν λόγω τακτική; Όπως προκύπτει από τις αλλεπάλληλες υστερήσεις εσόδων φαίνεται ξεκάθαρα ότι είναι η μη ενδεδειγμένη.
Αμέσως μετά το τριπλό φορολογικό «ραβασάκι» του Σεπτεμβρίου αναμένονται μέχρι τέλος του έτους άλλα επτά σημειώματα πληρωμής ειδικών και έκτακτων φόρων, τα οποία θα προστεθούν στους ετήσιους φόρους, τα τέλη και τις εισφορές κάθε Μμε Επιχείρησης, ξεπερνώντας κάθε όριο αντοχής και κάθε μέτρο υπερφορολόγησης
Στόχος της κυβέρνησης θα έπρεπε να είναι η στήριξη της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας, η οποία διατηρεί και το μεγαλύτερο μέρος της απασχόλησης στη χώρα. Στις απαρχές της κρίσης μιλήσαμε για την ανάγκη ανάδειξης ενός οικονομικού και κοινωνικού πατριωτισμού για την αντιμετώπισή της. Ο οικονομικός πατριωτισμός σχετίζεται με την επιβίωση της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας και ο κοινωνικός με τη διατήρηση της απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Σε αυτό το πλαίσιο, η πρότασή μας για μείωση των φορολογικών βαρών των Μμε Επιχειρήσεων θα δώσει ένα σοβαρό κίνητρο και θα επιτρέψει σε πάρα πολλούς συναδέλφους μας είτε να προσλάβουν κάποιον επιπλέον εργαζόμενο, είτε να διατηρήσουν κάποιον στη θέση του, αξιοποιώντας ταυτόχρονα τα προγράμματα του ΟΑΕΔ.
Για το λόγο αυτό, η ΕΣΕΕ και το ΙΝΕΜΥ προχώρησαν στην παρουσίαση παραδειγμάτων, μέσω των οποίων αποτυπώνεται με καθαρό τρόπο ότι το σύνολο των φορολογικών επιβαρύνσεων που θα υποχρεούται κάθε επιχείρηση να αποδώσει στο ελληνικό Δημόσιο, έχει μόνο μια μικρή απόκλιση της τάξεως του -3%, σε συνάρτηση πάντα με τη νομική μορφή της καθεμίας.
Με βάση το πλέον αντιπροσωπευτικό των παραδειγμάτων, συσχετίζεται η φορολογική δαπάνη κάθε επιχειρήσης με: α) τη διατήρηση της θέσης εργασίας και β) την πρόσληψη ενός ανέργου. Οι προτάσεις μας, εφόσον υιοθετηθούν από τα αρμόδια κρατικά όργανα, μπορούν να αποδειχθούν πολύτιμα εργαλεία στην επίλυση των τεράστιων προβλημάτων που μαστίζουν τη χώρα μας, όπως η ύφεση, το έλλειμμα και η ανεργία.
Ειδικότερα, μέσω της προτεινόμενης μείωσης του φορολογικού συντελεστή επί των καθαρών κερδών των επιχειρήσεων κατά 25%, δηλαδή από το 20% στο 15%, ακόμα και κατά 50%, δηλαδή από το 20% στο 10%, όχι μόνο δημιουργείται πρόσφορο έδαφος προκειμένου να επιτευχθεί ο πρωτεύων στόχος κάθε επιχειρηματία, ο οποίος δεν είναι άλλος από τη βιωσιμότητα της επιχείρησής του, αλλά ταυτόχρονα δίνεται ένα ηχηρό ράπισμα στο διαρκώς διογκούμενο και πλέον ανεξέλεγκτο πρόβλημα της ανεργίας. Κι αυτό γιατί μέσω των εξοικονομούμενων πόρων από τη μείωση του φορολογικού συντελεστή στο Φόρο Εισοδήματος Νομικών Προσώπων (ΦΕΝΠ), δίνεται η δυνατότητα στον επιχειρηματία – έμπορο να ενισχύσει την παραγωγικότητα αλλά πιθανώς και την τεχνογνωσία της επιχείρησής του, μέσω της ενίσχυσης του εργατικού δυναμικού που απασχολεί στην επιχείρησή του, με την πρόσληψη ενός επιπλέον ατόμου, μέσω των επιδοτούμενων προγραμμάτων του ΟΑΕΔ.
Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, τα οφέλη που αποκομίζει το ελληνικό δημόσιο από μία τέτοια κίνηση – πρωτοβουλία είναι πολλαπλά και ειδική μνεία πρέπει να γίνει στο γεγονός ότι μέσω της μείωσης του δείκτη της ανεργίας επιτυγχάνεται η εξοικονόμηση οικονομικών πόρων, οι οποίοι μπορούν να αξιοποιηθούν, προκειμένου να καλυφθούν άλλες εξίσου σημαντικές ανάγκες, οι οποίες προκύπτουν από τις δανειακές ανάγκες του κράτους και από την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού.
Η πρόταση της ΕΣΕΕ καθώς και τα αντίστοιχα παραδείγματα, που επιβεβαιώνουν όχι μόνο το «ανταποδοτικό φορολογικό ισοδύναμο», αλλά κυρίως τα σημαντικά δημοσιονομικά οφέλη των αιτούμενων ελαφρύνσεων, κατατέθηκαν αναλυτικά στο Υπουργείο Οικονομικών.»




































