Η καλοκαιρινή ραστώνη δεν έχει αγγίξει ακόμη τις αγορές, που περιμένουν με αδημονία τις συνεδριάσεις των κεντρικών τραπεζών σε Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρώπη για να πάρουν κατεύθυνση. Η καλοκαιρινή ραστώνη δεν έχει αγγίξει ακόμη τις αγορές, που περιμένουν με αδημονία τις συνεδριάσεις των κεντρικών τραπεζών σε Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρώπη για να πάρουν κατεύθυνση.
Γράφει η Μαριλίζ Φασουλοπούλου
Σήμερα θα έχουμε την ολοκλήρωση της διήμερης συνεδρίασης της Federal Reserve, της τελευταίας πριν το φθινόπωρο, ενώ αύριο συνεδριάζει το κεντρικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζες, με τους επενδυτές να περιμένουν να δουν αν ο Μάριο Ντράγκι θα αποδειχτεί ο μέγας υπερασπιστής του ευρώ, που χρειάζεται το κοινό νόμισμα.
Παρά τις ελπίδες για κινήσεις στήριξης από τη πλευρά της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, η μεγάλη πλειονότητα των αναλυτών φάνηκε χθες να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Fed δεν πρόκειται να κινηθεί ακόμη. Βεβαίως, αναμένει από το ανακοινωθέν που θα εκδοθεί, και τις δηλώσεις που θα ακολουθήσουν, να επιβεβαιώνουν τη πρόθεση της τράπεζας να αντιδράσει άμεσα σε περαιτέρω αποδυνάμωση της αμερικανικής οικονομίας.
Όμως, φαίνεται τελικά ότι οι Αμερικανοί τραπεζίτες θα περιμένουν μέχρι τη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου, ώστε να έχουν μια καλύτερη διαμορφωμένη εικόνα για την πορεία των μακροοικονομικών στοιχείων, ήτοι πως διαμορφώθηκαν στο πρώτο εξάμηνο, και τι κατεύθυνση παίρνουν στο δεύτερο μισό του έτους, πριν αποφασίσουν.
Προφανώς δε, θα περιμένουν να δουν και τι αποφάσεις θα ληφθούν στην Ευρώπη, τόσο σε πολιτικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο ΕΚΤ, και τι επιρροή θα ασκήσουν στις αγορές της Γηραιάς Ηπείρου, και όχι μόνο.
Τα προκαταρκτικά στοιχεία για τους ρυθμούς ανάπτυξης του δευτέρου τριμήνου έδειξαν ότι η οικονομία έτρεξε στο 1,5%, ένα ποσοστό όχι ιδιαίτερα ικανοποιητικό, αλλά με φόντο την παγκόσμια αναταραχή αρκετό για να επιτρέψει στη Fed να περιμένει λίγο ακόμη πριν αποφασίσει να προσφύγει σε πιο ακραία μέτρα στήριξης της αγοράς, όπως βέβαια ένας τρίτος γύρος ποσοτικής χαλάρωσης.
Αν και πολλοί αναλυτές δεν αποκλείουν τη πιθανότητα να έχουμε ήδη από σήμερα ένα μίνι «μπόνους» για τις αγορές, όπως με τη δέσμευση του συμβουλίου για παραμονή των επιτοκίων σε σχεδόν μηδενικά επίπεδα πέραν του χρονικού ορίζοντα του 2014.
Σε κάθε περίπτωση πολλά θα εξαρτηθούν τις επόμενες εβδομάδες από τη πορεία της αγοράς εργασίας, που απασχολεί δίκαια κυβερνώντες και επενδυτές. Ήδη μέσα στην εβδομάδα, και συγκεκριμένα τη Παρασκευή, θα έχουμε την ανακοίνωση των στοιχείων για την απασχόληση τον Ιούλιο, που όλα δείχνουν ότι κινήθηκε λίγο καλύτερα από τον Ιούνιο, με τη δημιουργία 100.000 νέων θέσεων εργασίας. Όμως, πρόκειται για ένα νούμερο που δεν αρκεί για να ταρακουνήσει το ποσοστό της ανεργίας, που παραμένει πιεστικά πάνω από το ψυχολογικό όριο του 8%, εδώ και 41(!) συνεχόμενους μήνες.
Από εκεί και πέρα καθοριστικός παράγοντας για τις εξελίξεις θα είναι και τα δρώμενα στην ενωμένη Ευρώπη. Ήδη η αυριανή συνεδρίαση της ΕΚΤ αναμένεται πως και πως από τις αγορές, μετά τις προσδοκίες που καλλιέργησε ο ίδιος ο Μάριο Ντράγκι, όταν τη περασμένη Πέμπτη, σε ομιλία του, έκανε μια σπάνια αποκαλυπτική δήλωση, σύμφωνα με την οποία η ΕΚΤ θα κάνει ότι μπορεί για να σώσει το ευρώ. Αν και μεταγενέστερες πληροφορίες που διέρρευσαν στον Τύπο έδειξαν ότι ακόμη και οι συνάδελφοι του Ιταλού τραπεζίτη μέσα στην ΕΚΤ αιφνιδιάστηκαν από τις δηλώσεις του.
Σε κάθε περίπτωση ο μαραθώνιος των τελευταίων ημερών σε διπλωματικό επίπεδο, με αποκορύφωμα το ταξίδι του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών κ. Τίμοθι Γκάιτνερ στην Ευρώπη, προϊδεάζουν για ριζική πρωτοβουλία της ΕΚΤ. Ποιο, βεβαίως, θα είναι ακριβώς το σχέδιο, θα το μάθουμε αύριο το μεσημέρι.
Όμως, και στη συνάντηση τους χθες στο Παρίσι, ο Γάλλος πρόεδρος κ. Φρανουσά Ολάντ και ο Ιταλός πρωθυπουργός κ. Μάριο Μόντι, προανήγγειλαν, αν μη τι άλλο, ένα νέο γύρο αγοράς κρατικών ομολόγων των υπερχρεωμένων χωρών του Νότου.
Πρόκειται για μια απόφαση που προφανώς θα μειώσει το κόστος δανεισμού για Ισπανία και Ιταλία και θα τους δώσει πολύτιμο χρόνο να τακτοποιήσουν τα του οίκου τους, χωρίς τη πίεση των κερδοσκόπων. Είναι, άλλωστε, ένα όπλο που η ΕΚΤ έχει χρησιμοποιήσει και παλαιότερα, και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατάσταση στις αγορές είναι αρκετά σοβαρή για να την πείσει να το ξαναχρησιμοποιήσει, ίσως και ακόμη πιο δυναμικά.
Ωστόσο, είναι γνωστό ότι οι Γερμανοί δεν είναι ιδιαίτερα θερμοί προς την ιδέα. Δεν θέλουν την ΕΚΤ στο ρόλο του διασώστη που αγοράζει με τη σέσουλα ομόλογα υψηλού ρίσκου, και δεν θέλουν να προσφέρουν μια εύκολη λύση στις υπερχρεωμένες οικονομίες. Και η Bundesbank είναι ο ισχυρότερος μέτοχος στο συμβούλιο της ΕΚΤ, γεγονός που αιτιολογεί την αγωνία με την οποία οι πάντες περιμένουν να διαπιστώσουν αύριο, τι στάση θα κρατήσει ο Γερμανός διοικητής, και πόσο αρνητικός θα είναι.
Άλλωστε, μπορεί να μην διαθέτει δικαίωμα βέτο στο συμβούλιο, όμως μια ανοιχτά επικριτική στάση της Buba θα ρίξει βαριά σκιά σε όποια απόφαση ληφθεί, και θα αλλοιώσει το κλίμα στις αγορές.
Υπάρχουν βέβαια και άλλες κινήσεις στις οποίες θα μπορούσε να προβεί η ΕΚΤ. Μια εύλογη λύση θα ήταν μια νέα μείωση των επιτοκίων, όμως οι περισσότεροι αναλυτές το θεωρούν απίθανο, εκτιμώντας ότι για την ώρα οι τραπεζίτες περιμένουν τις αγορές να απορροφήσουν και να επεξεργαστούν τη προηγούμενη μείωση στο 0,75%.
Επίσης, δεν αποκλείεται ένα ακόμη, τρίτο στη σειρά πακέτο φθηνού δανεισμού (LTRO) προς τις τράπεζες, μετά τους δύο γύρους συνολικής αξίας ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων το Δεκέμβριο και το Φεβρουάριο. Και βέβαια στο παρασκήνιο συζητείται ακόμη και η ακραία λύση της χορήγησης τραπεζικής άδειας στον μόνιμο μηχανισμό (ESM), ώστε να αγοράζει ομόλογα με την κάλυψη της ΕΚΤ, όπως πρότεινε πρόσφατα ο Αυστριακός κεντρικός τραπεζίτης Έβαλντ Νοβότνι.
Ωστόσο, αυτό φαίνεται για την ώρα απίθανο, καθώς έρχεται πολύ κοντά σε μια μορφή άμεσης χρηματοδότησης των κρατών, που αντιβαίνει στους θεσμικούς κανόνες λειτουργίας της ΕΚΤ, και θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να γίνει δεκτό –τουλάχιστον ακόμη- από τους Γερμανούς.






































