Ανάγκα και οι Θεοί πείθονται. Έτσι, λοιπόν Χριστιανοδημοκράτες/Χριστιανοκοινωνιστές και Σοσιαλδημοκράτες έφτασαν τελικά σε συμφωνία για το σχηματισμό κυβέρνησης, και μάλιστα εντός του άτυπου χρονικού ορίου που είχαν θέσει για σήμερα. Γεγονός που στέλνει προς πάσα κατεύθυνση το επιθυμητό μήνυμα ότι το πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας οδεύει προς σταθεροποίηση.
Οι συνομιλίες τα τελευταία 24ωρα ήταν εντατικές, καθώς όλες οι πλευρές (και συνολικά 75 στελέχη) φαίνονταν να αναγνωρίζουν το ύψος των ευθυνών τους. Και μάλιστα ήδη από προχθές είχαν καταφέρει να καταλήξουν σε ένα προσχέδιο 177(!) σελίδων, που θα λειτουργούσε ως βασικός οδικός χάρτης. Όμως, το προσχέδιο συνέχιζε να περιλαμβάνει τόσα κενά, σε τόσους διαφορετικούς τομείς, που πολιτικοί αναλυτές φοβόντουσαν ότι οι ομάδες εργασίας δεν θα προλάβαιναν να τα καλύψουν, τουλάχιστον μέχρι το σημερινό άτυπο τελεσίγραφο.
Τελικά, με βάση την ανακοίνωση τους, τα κατάφεραν μετά από ένα μαραθώνιο 17 ωρών! Αν και πλήρεις λεπτομέρειες θα γίνουν γνωστές τις επόμενες ώρες, σε παρουσίαση που θα γίνει από τους ηγέτες των τριών κομμάτων. Μάλιστα, σύμφωνα με το γερμανικό Τύπο ήταν οι ίδιοι οι τρεις αρχηγοί, η Ανγκελα Μέρκελ, ο Χορστ Ζέεχοφερ και Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, που σε κατ’ ιδίαν διαβουλεύσεις τους διευθέτησαν τις τελικές λεπτομέρειες που παρέμεναν ανοιχτές για να επέλθει ο συμβιβασμός.
«Η δουλειά μας τελείωσε. Ήταν εντατική και πολλές φορές εξαιρετικά δύσκολη όμως νομίζω ότι φτάσαμε σε ένα αποτέλεσμα που είναι καλό για τη χώρα μας, που είναι και το βασικότερο, αλλά που έχει και ένα σημαντικό συντηρητικό στίγμα» σχολίασε χαρακτηριστικά ο γενικός γραμματέας του CDU, Χέρμαν Γκρόχε, υπονοώντας ότι τελικά τα δύο συντηρητικά κόμματα, που έχουν και τη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, υπερίσχυσαν στις απόψεις τους.
Το CDU είχε υποχωρήσει σχεδόν από την αρχή στην απαίτηση του SPD για θεσμοθέτηση κατώτατου μισθού, στα 8,50 ευρώ την ώρα, που θεωρείτο και κόκκινη γραμμή για το κεντροαριστερό κόμμα. Και φαίνεται ότι η συμφωνία ορίζει ως εκκίνηση του νέου μέτρου το 2015, αν και οι εργοδότες θα έχουν το δικαίωμα να διαπραγματευτούν εξαίρεση τους μέχρι το 2017.
Από την άλλη πλευρά το SPD υπαναχώρησε σε αρκετά οικονομικά και φορολογικά ζητήματα. Πήρε κάποια από τα κοινωνικά επιδόματα που επιθυμούσε, και κέρδισε και το δικαίωμα πλήρους σύνταξης για τους πολίτες, από την ηλικία των 63 ετών εφόσον έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 45 χρόνια εργασίας –επίσης μια πολύ σημαντική απαίτηση τους. Και σε αντάλλαγμα συμφώνησε να μην υπάρξουν νέες φορολογικές αυξήσεις, όπως είχαν υποσχεθεί προεκλογικά οι Χριστιανοδημοκράτες. Αντιστοίχως, το CSU πέρασε στη προγραμματική συμφωνία ειδική μνεία για την επιβολή τελών στα ξένα ΙΧ που κινούνται στο γερμανικό οδικό δίκτυο, κάτι που ήταν στις δικές του προεκλογικές υποσχέσεις.
Στο κοινωνικό πεδίο, οι Σοσιαλδημοκράτες επικράτησαν στο καυτό ζήτημα της διπλής υπηκοότητας, που αφορά ουσιαστικά τις μειονότητες της χώρας και δη, την πολυάριθμη τουρκική κοινότητα. Έτσι, πλέον θα προβλέπεται διπλή υπηκοότητα για όσα παιδιά μεταναστών την επιθυμούν, αντί να υποχρεούνται να διαλέξουν μεταξύ της γερμανικής και εκείνης των γονέων τους.
Στα ευρωπαϊκά ζητήματα, που μας αφορούν άμεσα, οι εξελίξεις δεν είναι θετικές, όπως είχε φανεί και από τον προκαταρκτικό οδικό χάρτη, καθώς όσα μεγαλόπνοα είχαν υποσχεθεί προεκλογικά οι Σοσιαλδημοκράτες έμειναν κυρίως στα χαρτιά. Το Βερολίνο δεν πρόκειται να παρεκκλίνει από τη στρατηγική που έχει χαράξει και έχει επιβάλλει σε όλη την Ευρώπη, απαιτώντας δημοσιονομική εξυγίανση και δομικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Υπάρχει βεβαίως μια κάποια μετατόπιση, αν όχι αναγνώριση, της ανάγκης να υπάρξουν μέτρα τόνωσης της ανάπτυξης και της απασχόλησης, όμως πρωταρχικός στόχος παραμένει η αποκατάσταση της δημοσιονομικής υγείας. Και βέβαια για αμοιβαιοποίηση του χρέους, ούτε λόγος, κάτι που θα πρέπει να ξεχάσουμε οριστικά.
Σε ότι αφορά ειδικά στη χώρα μας στη συμφωνία αναφέρεται ότι η Γερμανία θα συνεχίσει να στηρίζει σε εταιρική βάση τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες της Ελλάδας, ιδιαίτερα δε, τη «συνέχιση και ανάπτυξη» της διμερούς συνεργασίας στο πλαίσιο της Ελληνογερμανικής Συνέλευσης. Και ελπίζουμε βέβαια ότι τα όσα αναφέρονται στο κείμενο για την καταπολέμηση της ανεργίας και δη, των νέων θα φέρουν κάποια θετικά αποτελέσματα σε όλη την Ευρώπη και στη χώρα μας, όπου η ανεργία συνεχίζει να σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο.
Πάντως, το γεγονός ότι εδώ και ημέρες έχει «κλειδώσει» η παραμονή του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στο υπουργείο Οικονομικών λειτουργεί σαν επιβεβαίωση της συνέχισης της ίδιας οικονομικής πολιτικής. Από την άλλη πλευρά, η τοποθέτηση του έμπειρου και ευρωπαϊστή Φρανκ Βάλτερ Στάινμαγιερ του SPD στο τιμόνι του υπουργείου Εξωτερικών είναι κάπως παρηγορητικό. Όμως, μόνο η πορεία, και η ιστορία, θα δείξει αν αυτό θα φέρει ουσιαστικές διαφορές.
Ακριβή στοιχεία για τη δομή του νέου υπουργικού συμβούλιου δεν πρόκειται να γίνουν ακόμη γνωστά, καθώς τα κόμματα συμφώνησαν να οριστικοποιήσουν τη σύνθεση του μόνο μετά την επικύρωση της συμφωνίας από την κομματική βάση του SPD. Όμως, σίγουρο θεωρείται ότι το συντηρητικό στρατόπεδο θα καταλάβει οκτώ χαρτοφυλάκια (πέντε για το CDU και τρία για το CSU) και το SPD έξι.
Το γεγονός, βεβαίως, ότι η μορφή του κυβερνητικού συμβουλίου θα οριστικοποιηθεί όταν θα οριστικοποιηθεί και ο μεγάλος συνασπισμός είναι απόλυτα λογικό, δεδομένου ότι στην πραγματικότητα η συμφωνία δεν έχει ακόμη πραγματική ισχύ. Διότι θυμίζουμε ότι η ηγεσία του SPD έχει δεσμευτεί ότι θα θέσει το κείμενο της συμφωνίας σε εσωκομματικό δημοψήφισμα, στο οποίο θα κληθούν να αποφανθούν τα 470.000 μέλη του κόμματος. Μια διαδικασία που αναμένεται να γίνει στις αρχές Δεκεμβρίου, προκειμένου, εφόσον όλα πάνε καλά, να έχουμε ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης γύρω στις 17 Δεκεμβρίου.
Αν τα μέλη των Σοσιαλδημοκρατών δεν μείνουν ευχαριστημένα με το deal, και δεν δώσουν το πράσινο φως, γεγονός που πολλοί φοβούνται αν το κόμμα έχει προχωρήσει σε σημαντικές υποχωρήσεις, τότε η διαπραγμάτευση θα πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου ή στη χειρότερη περίπτωση να έχουμε κατάρρευση της διαδικασίας. Κάτι που στην χειρότερη περίπτωση θα οδηγήσει τη Γερμανία σε νέες εκλογές. Το σενάριο αυτό είναι βεβαίως εφιαλτικό για τη πολιτική και οικονομική σταθερότητα της χώρας, και της Ευρωζώνης ευρύτερα, και γι’ αυτό κανείς, ακόμη, δεν θέλει ούτε να σκέφτεται. Όμως, στην πραγματικότητα δεν μπορεί και να αποκλειστεί.





































