Με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να παίρνει και πάλι το ρόλο του «κακού» και να απειλεί τις τράπεζες, το Χρηματιστήριο επιστρέφει στους γνώριμους ρυθμούς μιας ακόμη αξιολόγησης της οικονομίας από τους δανειστές, την ώρα που οι αγορές διεθνώς ανησυχούν για την κλιμάκωση της γεωπολιτικής έντασης από το καθεστώς της Βόρειας Κορέας.
Η νέα πυρηνική δοκιμή από το καθεστώς του Κιμ Γιονγκ Ουν, η μεγαλύτερη ως τώρα, δεν φαίνεται πάντως ότι θα επηρεάσει δραματικά τις αγορές από σήμερα, αν κρίνει κανείς από τις πρώτες χθεσινές συναλλαγές σε προθεσμιακά συμβόλαια αμερικανικών μετοχών.
Τα futures του S&P 500 σημείωσαν ελαφρά πτώση (0,36%), με όγκο συναλλαγών μεγαλύτερο από το συνηθισμένο. Η σχετική ψυχραιμία που επικράτησε, παρότι η Β. Κορέα ανακοίνωσε ότι δοκίμασε βόμβα υδρογόνου, που μπορεί να προσαρμοσθεί σε κεφαλή διηπειρωτικού πυραύλου, εξηγείται από τους αναλυτές με την παρατήρηση ότι σε προηγούμενα, ανάλογα επεισόδια όσοι επενδυτές αντέδρασαν με υπερβολικό τρόπο «κάηκαν».
Στην ειδησεογραφία εγχώριου ενδιαφέροντος αναμένεται να κυριαρχήσει σήμερα η πρώτη συνεδρίαση του Euro Working Group, μετά την ανάπαυλα του καλοκαιριού, όπου θα συζητηθεί και η τρίτη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος, πριν τεθεί το ίδιο θέμα και στην επικείμενη συνάντηση Τσακαλώτου – Μοσκοβισί.
Η αξιολόγηση αυτή, παρά την επιδίωξη της κυβέρνησης να τερματισθεί γρήγορα, για να επιχειρηθεί νέα έκδοση ομολόγων πριν το τέλος της χρονιάς, αρχίζει με ανησυχητικό τρόπο για τους επενδυτές του ΧΑ, καθώς κυριαρχεί η ανησυχία για τη στάση του ΔΝΤ, το οποίο εκτιμάται ότι θα ζητήσει έκτακτο έλεγχο ποιότητας ενεργητικού των τραπεζών, ώστε να προσδιορισθούν εκ νέου οι ενδεχόμενες κεφαλαιακές τους ανάγκες.
Η αδυναμία των τραπεζικών μετοχών ήταν το σοβαρότερο πρόβλημα της αγοράς στη συνεδρίαση της Παρασκευής, καθώς η πτώση του τραπεζικού δείκτη κατά 2,78% και πολύ κοντά στο συμβολικό όριο των 1.000 μονάδων παρέσυρε το Γενικό Δείκτη σε υποχώρηση 0,83%, στις 818,66 μονάδες. Ο τραπεζικός δείκτης τερμάτισε στις 1.007,25 μονάδες, χάνοντας 7,1% σε εβδομαδιαία βάση.
Οι τραπεζίτες συναντήθηκαν την Παρασκευή με τον πρωθυπουργό, ενόψει της ΔΕΘ, ζητώντας να συνεχισθούν οι μεταρρυθμίσεις για να επιταχυνθεί η ανάκαμψη της οικονομίας, την ώρα που η ΕΛΣΤΑΤ ανακοίνωνε ενθαρρυντικά στοιχεία για το β’ τρίμηνο (ανάπτυξη 0,5% σε τριμηνιαία βάση, ή 0,8% σε ετήσια, που δείχνει ότι παραμένει εφικτός ο στόχος για ρυθμό κοντά στο 2% φέτος).
Όμως, ο προβληματισμός για τις τράπεζες παραμένει. Όπως σημειώνει στην εβδομαδιαία ανάλυσή του ο Μάνος Χατζηδάκης της BETA, «τα βασικά θέματα της ατζέντας του ΔΝΤ σχετίζονται με την βιωσιμότητα του χρέους αλλά και την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών γεγονός που δικαιολογεί σε σημαντικό βαθμό την στασιμότητα που παρατηρείται στον τραπεζικό κλάδο. Παρά το υψηλό κεφαλαιακό απόθεμα στους δείκτες φερεγγυότητας μια επιπλέον άσκηση ποιοτικού ελέγχου του ενεργητικού (AQR) πέρα από το τεστ αντοχής του 2018 πιθανόν να δημιουργούσε κεφαλαιακά ελλείματα τα οποία οι μέτοχοι θα έπρεπε να καλύψουν με νέες αυξήσεις κεφαλαίου. Προς ώρας τέτοιο ενδεχόμενο δεν υφίσταται ωστόσο κάτι τέτοιο θα είναι οριστικό αφού κλείσει ο κατάλογος των προαπαιτούμενων της γ’ αξιολόγησης».
Αντίστοιχα, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της Εθνικής, η Goldman Sachs σημειώνει: «Τα βασικά ρίσκα συνδέονται με τις τάσεις στην ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού και στα έσοδα, με την πρόοδο στο θέμα της αναδιάρθρωσης του ομίλου, την απομόχλευση καθώς και τις συνθήκες χρηματοδότησης, ενώ υπάρχουν και ρίσκα που συνδέονται με την πολιτική σταθερότητα και τη μακροοικονομική ανάκαμψη στην Ελλάδα».
Για την Alpha, τα ρίσκα που υπογραμμίζει η Goldman «συνδέονται με τις τάσεις στην ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού και στα έσοδα, με την πρόοδο στο θέμα της αναδιάρθρωσης του ομίλου, την απομόχλευση καθώς και τις συνθήκες χρηματοδότησης».
Σε μια τεχνική αποτίμηση των εξελίξεων, ο Μ. Χατζηδάκης σημειώνει ότι «ο Αύγουστος κινήθηκε στο γνωστό αργό τέμπο με σφιχτό εύρος διακύμανσης (818 – 840 μονάδες) χωρίς να διαταράξει τις τεχνικές ισορροπίες. Η αγορά δεν έχει τις απαραίτητες συναλλαγές που θα την βοηθούσαν για μια πειστική διάσπαση προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση αναλώνοντας περισσότερο χρόνο παρά μονάδες.
Μετά από ένα ράλι 30% η συσσώρευση με χαμηλούς τζίρους θεωρείται μια θετική εξέλιξη καθώς απορροφά σταδιακά κερδισμένες θέσεις δένοντας τις τιμές μεταξύ τους. Διαγραμματικά η αγορά κινείται κάτω από τους κινητούς μέσους των 30 και 50 ημερών με τον MACD σε θέση πώλησης από τις 28 Αυγούστου.
Ωστόσο η απόσταση από τους δύο μέσους είναι οριακή και απαιτείται προσοχή, καθώς στο παρελθόν τέτοια σήματα έχουν γρήγορα αναιρεθεί. Συμπερασματικά η συσσώρευση φαίνεται ότι θα συνεχιστεί έχοντας ως σημείο αναφοράς τις 810 μονάδες όπου εκεί οι πωλητές θα έχουν ένα ισχυρότερο τεχνικό momentum για να δοκιμάσουν χαμηλότερα επίπεδα».


































