Τα ευρήματα της ετήσιας έρευνας “Report to the Nations 2020” του Association of Certified Fraud Examiners – ACFE, παρουσίασαν η EY Ελλάδος και ACFE Greece Chapter, στο πλαίσιο webcast, που συνδιοργάνωσαν την Πέμπτη 14 Μαΐου.
Στο webcast συμμετείχαν διακεκριμένοι ομιλητές, οι οποίοι ανέλυσαν τα ευρήματα της έρευνας και μετέφεραν στους συμμετέχοντες την εμπειρία τους από την καθημερινή τριβή τους με υποθέσεις εταιρικής απάτης και άλλων οικονομικών εγκλημάτων στην Ελλάδα.
Η παγκόσμια έρευνα του ACFE βασίζεται στην ανάλυση 2.504 περιπτώσεων απάτης στον χώρο εργασίας, σε 125 χώρες – αναμεσά τους και η Ελλάδα – που διερευνήθηκαν μεταξύ Ιανουαρίου 2018 και Σεπτεμβρίου 2019. Πρόκειται για ένα μεγάλο δείγμα, αλλά μικρό κλάσμα του συνολικού αριθμού των κρουσμάτων απάτης που διαπράττονται κάθε χρόνο σε εκατομμύρια επιχειρήσεις, κρατικούς και μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, σε όλο τον κόσμο. Το συμπέρασμα, όπως τονίσθηκε από τους ομιλητές, είναι ότι κανένας οργανισμός δεν είναι προστατευμένος από παρόμοια φαινόμενα, τα οποία μπορούν να προέλθουν από οπουδήποτε, είτε εντός, είτε εκτός του οργανισμού.
Σε ερώτηση για το πώς διαπιστώνονται αρχικά τα περιστατικά επαγγελματικής απάτης, το 36% των συμμετεχόντων στο webcast απάντησε ότι αυτό γίνεται έπειτα από υπόδειξη ή πληροφορίες τρίτων, και το 19,5% από τον εσωτερικό έλεγχο. Μικρότερα ποσοστά ανέφεραν ότι τα κρούσματα διαπιστώνονται κατά λάθος ή τυχαία (9%), από εξωτερικό έλεγχο (9%), ή κατά τη διασταύρωση στοιχείων λογαριασμών (7%). Οι απαντήσεις αυτές είναι ευθυγραμμισμένες με τα αντίστοιχα ευρήματα της παγκόσμιας έρευνας του ACFE.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, η κα Αναστασιάδη στάθηκε στο προφίλ των οργανισμών που πέφτουν θύματα απάτης, παρατηρώντας ότι “ενώ θα περίμενε κανείς, τα περιστατικά απάτης να σημειώνονται κυρίως σε μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, εν αντιθέσει, το μεγαλύτερο ποσοστό καταγράφεται σε κερδοσκοπικούς οργανισμούς”. Παράλληλα, τόνισε ότι τα περιστατικά απάτης σχετικά με τιμολογήσεις και παραποίηση επιταγών ή πληρωμών παρατηρούνται, με συντριπτικά μεγαλύτερη συχνότητα, σε μικρότερου μεγέθους οργανισμούς, συμπληρώνοντας ότι “όσο πιο μεγάλοι είναι οι οργανισμοί, τόσο πιο περίπλοκες και δύσκολες γίνονται οι μεθοδεύσεις εταιρικής απάτης”, με χαρακτηριστικότερες τις μεθοδεύσεις που δεν αφορούν μετρητά.
Σύμφωνα με τους παρευρισκόμενους, οι περισσότερες καταγγελίες από πληροφοριοδότες (whistleblowers) στην Ελλάδα, γίνονται απευθείας στον εσωτερικό έλεγχο (43%) και δευτερευόντως σε ομάδες που διερευνούν περιπτώσεις απάτης (26%), στο Διοικητικό Συμβούλιο στην Επιτροπή Ελέγχου (19%) ή στον άμεσα προϊστάμενο (17%). Οι απαντήσεις αυτές διαφοροποιούνται αισθητά από τα ευρήματα της παγκόσμιας έρευνας, σύμφωνα με τα οποία οι περισσότερες καταγγελίες (28%) γίνονται στον άμεσα προϊστάμενο ή σε άλλα πρόσωπα και όργανα (15%).
Ως προς ποιες είναι οι πιο διαδεδομένες μορφές ελέγχων κατά της απάτης, σχεδόν δυο στους τρεις συμμετέχοντες στο webcast (63%) κατέδειξαν τις ανοιχτές τηλεφωνικές γραμμές (hotlines). Ακολουθούν το τμήμα εσωτερικού ελέγχου (49%), ο κώδικας δεοντολογίας (44%) και τα προγράμματα εκπαίδευσης για το προσωπικό και τα στελέχη (37%). Αντίθετα, στη διεθνή έρευνα, η δημοφιλέστερη απάντηση είναι ο εξωτερικός έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων (83%), ενώ οι ανοιχτές τηλεφωνικές γραμμές βρίσκονται στην έβδομη θέση.
Η απόλυση φαίνεται να είναι η συνηθέστερη μορφή τιμωρίας σε περιπτώσεις απάτης, σύμφωνα με τους μισούς συμμετέχοντες στο webcast (51%), ενώ αντίθετα, ένας στους τρεις (34%) δήλωσαν ότι δεν επιβάλλεται καμία τιμωρία, γεγονός που προκαλεί αίσθηση, καθώς στο παγκόσμιο δείγμα, μόλις το 5% ανέφεραν ότι δεν υπήρξε κάποια μορφή τιμωρίας. Μικρότερα ποσοστά ανέφεραν συμφωνίες διακανονισμού (29%) και την προσωρινή αργία (26%), ενώ 24% ανέφεραν ότι ο δράστης είχε ήδη αποχωρήσει από την εταιρεία.
Από την πλευρά της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, ο κος Μπίνης αναφέρθηκε ειδικά στο θέμα του πειθαρχικού ελέγχου στον δημόσιο τομέα, παρατηρώντας ότι στην ελληνική κοινωνία υπάρχει διαδεδομένη η αντίληψη της ατιμωρησίας για εγκλήματα απάτης και διαφθοράς στο Δημόσιο, για ποικίλους λόγους, όπως οι καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση της πειθαρχικής έρευνας και οι δυσανάλογα ελαφρές ποινές σε σχέση με το παράπτωμα. “Φαινόμενα ατιμωρησίας δεν είναι ανεκτά”, δήλωσε ο κος Μπίνης, τονίζοντας ότι “μία από τις βασικές αρμοδιότητες της ΕΑΔ, στο πλαίσιο της αποστολής της για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς και τη Δημόσια Διοίκηση, είναι να επιτηρεί και να φροντίζει οι πειθαρχικές διαδικασίες να ολοκληρώνονται εμπρόθεσμα, με διαφάνεια, και με ποινές ανάλογες του παραπτώματος, προκειμένου να αλλάξει η αντίληψη των πολιτών, αλλά και να εμψυχώσουμε τους υπαλλήλους και τους λειτουργούς των δημόσιων φορέων, οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία εκτελούν τα καθήκοντά τους με ακεραιότητα και υψηλό αίσθημα ευθύνης”.
Σε σχετική ερώτηση για τους λόγους που οδηγούν μια επιχείρηση στην απόφαση να μην ενημερώσει τις διωκτικές αρχές για παρόμοια περιστατικά, το 85% ανέφεραν τον φόβο της αρνητικής δημοσιότητας. Στην παγκόσμια έρευνα, η απάντηση αυτή βρισκόταν στη δεύτερη θέση (32%), ενώ η πλειοψηφία των συμμετεχόντων στην έρευνα του ACFE (46%) θεωρούν ότι επαρκούν τα μέτρα εσωτερικής τιμωρίας.
Το webcast ολοκληρώθηκε με συζήτηση, όπου οι ομιλητές απάντησαν στις ερωτήσεις και τις απορίες των συμμετεχόντων σχετικά με τα ευρήματα της παγκόσμιας έρευνας του ACFE, καθώς και τις επιπτώσεις της πανδημίας στην αύξηση των περιπτώσεων εταιρικής απάτης, σε σχέση με τα θέματα που αναλύθηκαν κατά τη διάρκεια της παρουσίασης.






































