Με έντονο ενδιαφέρον αναμένουν οι αγορές την σημερινή απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στα πλαίσια της συνεδρίασης της για ζητήματα ανταγωνισμού, για το αν θα θέσει σε καθεστώς ελέγχου το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας προκειμένου να διαπιστώσει αν συνεισφέρει στην οικονομική ανισορροπία της ενωμένης Ευρώπης στα πλαίσια του μηχανισμού αποτροπής μακροοικονομικών ανισορροπιών.
Η πιθανότητα να βρεθούν οι Γερμανοί για πρώτη φορά με την πλάτη στο τοίχο αποτελεί από μόνο του είδηση, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα που μπορεί να έχει η έρευνα. Άλλωστε, η όλη συζήτηση έχει ήδη ταράξει τα λιμνάζοντα νερά, αν λάβουμε υπόψη μας ότι σε δηλώσεις του τη Δευτέρα, ο αρμόδιος επίτροπος Όλι Ρεν τόλμησε να δηλώσει ότι μια τέτοια εξέταση δεν θα πρέπει να θεωρείται ταμπού.
Το ζητούμενο σε μια τέτοια διαδικασία, ανέφερε ο κ.Ρεν στο άρθρο του στην εφημερίδα Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ, είναι «να κάνουμε έναν διάλογο επί των πραγματικών δεδομένων ώστε να εντοπίσουμε δυνητικά προβλήματα νωρίς και να τα αντιμετωπίσουμε».
Βεβαίως, δεν ήταν οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι που τόλμησαν πρώτοι να θέσουν ανοιχτά το θέμα, ακόμη και αν στο παρασκήνιο είχαν κάθε λόγο να γκρινιάζουν. Η «βόμβα» έσκασε από τους Αμερικανούς που δεν είχαν κανένα πρόβλημα να ασκήσουν δριμύτατη κριτική στο Βερολίνο (με το οποίο οι σχέσεις τους δεν είναι ούτως ή άλλως στο καλύτερο επίπεδο), απαιτώντας ευθέως να αναθεωρήσει το οικονομικό μοντέλο της Γερμανίας, να τονώσει την εσωτερική ζήτηση και να μειώσει την υπερβολική εξάρτηση της από τις εξαγωγές.
Θυμίζουμε ότι το Σεπτέμβριο το εμπορικό πλεόνασμα της χώρας έσπασε νέο ρεκόρ, στα 18,8 δισ. ευρώ, λόγω της νέας διόγκωσης των εξαγωγών, ενώ το τρέχον πλεόνασμα του ισοζυγίου πληρωμών ανέρχεται στα 19,7 δισ. ευρώ, το οποίο ισούται με τουλάχιστον το 8% του γερμανικού ΑΕΠ για το 2012 και άρα είναι αρκετά πάνω από το όριο του 6%, που η ίδια η ΕΕ έχει ορίσει ως υπερβολικό.
Σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία για την οικονομική διακυβέρνηση στην Ευρώπη δεν απαγορεύονται μόνο τα υπερβολικά ελλείμματα, αλλά και το υπερβολικό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (άνω του 6% του ΑΕΠ). Ένα όριο που η Γερμανία ξεπερνά, όχι μόνο τώρα, αλλά ουσιαστικά τα τελευταία τρία χρόνια, υποχρεώνοντας ακόμη και (τον εντεταλμένο του Βερολίνου) πρόεδρο της Κομισιόν κ.Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο να τολμήσει να δηλώσει ότι και η Γερμανία πρέπει να κάνει το χρέος της για να αποκατασταθεί η σταθερότητα στην Ευρωζώνη.
Το Βερολίνο βεβαίως από τη πλευρά του ισχυρίζεται ότι έχει μειώσει τουλάχιστον στο μισό το ισοζύγιο πληρωμών με την υπόλοιπη Ευρωζώνη. Και βέβαια ουσιαστικά θεωρεί ότι η Ευρώπη θα έπρεπε μάλλον να μιμηθεί το μοντέλο της, και το επιτυχημένο παρά τη κρίση πρότυπο της, αντί να το κατακρίνει. Όμως, αν και δεν θέλει να δείξει ότι ανησυχεί για ένα αρνητικό πόρισμα, δεν μπορεί να αγνοήσει ότι εφόσον κριθεί ότι το πλεόνασμα της συνεισφέρει στις μακροοικονομικές ανισότητες, θα υποχρεωθεί να λάβει μέτρα για να διορθώσει το πρόβλημα. Και εφόσον δεν συμμορφωθεί, και δεν ικανοποιήσει την Κομισιόν, θα βρεθεί αντιμέτωπη με τσουχτερό πρόστιμο που μπορεί να φτάσει έως και το 0,1% του ΑΕΠ.
Ανάμεσα στα μέτρα που μπορεί να ληφθούν, σύμφωνα με τον κ.Ρεν, με απώτερο στόχο την ώθηση της ζήτησης είναι η ενίσχυση των μισθών αλλά και η μείωση των φόρων και των τελών που επιβαρύνουν κυρίως τους χαμηλότερα αμοιβόμενους. Όμως, πρόκειται για προτάσεις που οι Χριστιανοδημοκράτες δεν θέλουν ούτε να ακούσουν, παρά το γεγονός ότι το ζήτημα της μείωσης των φόρων έχει ήδη τεθεί και από τους Σοσιαλδημοκράτες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για το σχηματισμό κυβέρνησης.
Σε κάθε περίπτωση η απόφαση για την διερεύνηση του γερμανικού πλεονάσματος –που θεωρείται λίγο πολύ δεδομένη- θα έρθει να επιβαρύνει τις σχέσεις της Γερμανίας με τους κοινοτικούς αξιωματούχους, σε ένα διάστημα που ήδη δεν βρίσκονταν στο καλύτερο επίπεδο μετά και τα όσα έλαβαν χώρα στο τελευταίο συμβούλιο της ΕΚΤ. Οι Γερμανοί και οι σύμμαχοι τους προσπάθησαν να μπλοκάρουν την απόφαση για τη μείωση των ευρωεπιτοκίων, όμως μειοψήφησαν, και ο γερμανικός Τύπος άσκησε σκληρή κριτική στην ΕΚΤ και προσωπικά στον Μάριο Ντράγκι κατηγορώντας τον ότι ως Ιταλός προστατεύει περισσότερο τα συμφέροντα του ευρωπαϊκού νότου.
Οι εξελίξεις αυτές έρχονται δυστυχώς να εντείνουν το υπάρχον χάσμα μεταξύ βορρά και νότου απομακρύνοντας ακόμη περισσότερα τα κράτη μέλη από το όραμα της πραγματικής ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Γερμανία: Το πλεόνασμά μας δεν αποτελεί πρόβλημα
Απέρριψε το σκεπτικό της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να ελέγξει την Γερμανία για ενδεχόμενη μακροοικονομική ανισορροπία λόγω των μεγάλων εμπορικών πλεονασμάτων της το υπουργείο Οικονομικών της Γερμανίας, επισημαίνοντας ότι το πλεόνασμα δεν αποτελεί πρόβλημα, όταν προκύπτει από μεγάλη ανταγωνιστικότητα — όπως συμβαίνει στην Γερμανία.
«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει κατά το παρελθόν δηλώσει ότι τα πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών δεν αποτελούν πρόβλημα, όταν είναι – όπως στην Γερμανία – αποτέλεσμα υψηλής ανταγωνιστικότητας επιχειρήσεων σε λειτουργούσες αγορές», δήλωσε η εκπρόσωπος του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, Μαριάνε Κοτέ και πρόσθεσε ότι τα επόμενα χρόνια θα συνεχίσουν να περιορίζονται οι ανισορροπίες.
Από την πλευρά του ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο διευκρίνισε ότι δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση η γερμανική ανταγωνιστικότητα.
«Θα ήθελα και άλλες Γερμανίες στην Ευρωζώνη», δήλωσε χαρακτηριστικά ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά τόνισε ότι «πρέπει να διερευνηθεί εάν η Γερμανία θα μπορούσε να συμβάλει περισσότερο στην αντιμετώπιση της κρίσης στην Ευρωζώνη», ενώ αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικά με το ενδεχόμενο επιβολής κυρώσεων στο Βερολίνο.
Από την πλευρά των γερμανικών επιχειρήσεων, ο πρόεδρος της Ένωσης αυτοκινητοβιομηχανιών Ματίας Βίσμαν επισήμανε ότι «το πλεόνασμα στις εξαγωγές δεν είναι αποτέλεσμα πολιτικής παρέμβασης στην αγορά, αλλά ανταγωνιστικότητας, την οποία οι γερμανικές επιχειρήσεις οικοδομούν μέρα με τη μέρα» και πρόσθεσε ότι «οι εξαγωγές μας βοηθούν την Ευρώπη».






































