Οι ξένοι επενδυτές «ξεφορτώθηκαν» βραχυπρόθεσμους αμερικανικούς τίτλους τον Σεπτέμβριο, λόγω των αναταράξεων που προκλήθηκαν από την πιθανότητα χρεοκοπίας των ΗΠΑ, όμως αγόρασαν πιο μακροπρόθεσμους τίτλους, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία που δημοσιοποίησε το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών.
Οι ξένοι επενδυτές πούλησαν αμερικανικούς τίτλους καθαρής αξίας 106,8 δισ. δολαρίων, συμπεριλαμβανομένων βραχυπρόθεσμων τίτλων όπως έντοκα γραμμάτια, τον Σεπτέμβριο, σηματοδοτώντας την μεγαλύτερη πτώση από τον Φεβρουάριο του 2009, όπως έδειξαν τα στοιχεία.
Ωστόσο, φάνηκε επίσης ότι οι καθαρές ξένες αγορές μακροπρόθεσμων τίτλων διαμορφώθηκαν στα 25,5 δισ. δολάρια τον Σεπτέμβριο. Οι τοποθετήσεις σε ποιο μακροπρόθεσμους τίτλους αυξήθηκαν κατά 27,8 δισ. δολάρια, μετά από πτώση 10,8 δισ. δολαρίων τον προηγούμενο μήνα.
Τον Σεπτέμβριο, η αναταραχή που προκάλεσε το πολιτικό αδιέξοδο στην Ουάσινγκτον αναφορικά με τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό και το όριο χρέους, που οδήγησε σε μερικό κλείσιμο των ομοσπονδιακών υπηρεσιών, πυροδότησε ανησυχίες για μια πιθανή χρεοκοπία της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου και οδήγησε σε εκτίναξη των αποδόσεων των βραχυπρόθεσμων ομολόγων.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν δείχνουν ότι, ενώ το πολιτικό αδιέξοδο πυροδότησε «ξεπούλημα» βραχυπρόθεσμων τίτλων, δεν είχε σημαντική επίπτωση στο πως οι ξένοι επενδυτές βλέπουν τις μακροπρόθεσμες αμερικανικές επενδύσεις.
Η πολιτική κρίση στην Ουάσινγκτον δημιούργησε σε πολλούς ερωτηματικά ως προς το εάν οι ξένοι επενδυτές θα διαφοροποιηθούν από τους αμερικανικούς τίτλους –και ιδιαίτερα τα ομόλογα. Ο αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Τζακ Λου, δήλωσε στο CNBC ότι η κρίση ήταν πολιτική και όχι οικονομική.
Πράγματι, η Κίνα και η Ιαπωνία, που κατέχουν τα περισσότερα ξένα ομόλογα, εξέφρασαν την ανησυχία τους τότε αναφορικά με τις επιπτώσεις μιας πιθανής χρεοκοπίας των ΗΠΑ.
Τα επίσημα στοιχεία που ανακοινώθηκαν έδειξαν ότι η Κίνα, ο μεγαλύτερος ξένος κάτοχος αμερικανικών ομολόγων, αύξησε τα holdings της στα 1,294 τρισ. δολάρια τον Σεπτέμβριο, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων μηνών.






































