Του στραγαλά που ήθελε να γίνει Καστοριάδης αλλά τον πήρε η ζωή και τον έκανε γκρούπι του Κατρούγκαλου.
Δεν είμαι φίλος των αποχωρήσεων.
Ούτε καν του Τεμπονέρα. Για την ακρίβεια, δεν τον είχα στο ραντάρ μου. Μέχρι που μου τον επεσήμανε ο φίλος μου ο Μήτσος, δυο εβδομάδες πριν, σε ένα ταβερνάκι στη Λούτσα – από αυτά με τις πλαστικές καρέκλες, τα νταλαβέρια και τις κουβέντες που πιάνουν φωτιά μόλις φτάσει το δεύτερο τσίπουρο.
«Αυτός μόνο μπορεί να ξανασηκώσει την Αριστερά», μου είπε, κοιτώντας με σαν να μου αποκάλυπτε μια προφητεία. Κι όταν ο Μητσάρας μιλάει έτσι, δεν τον προσπερνάς. Είναι ο ίδιος που, όταν ο Τσίπρας ανακοίνωνε αλλαγές στον τρόπο εκλογής προέδρου, μου είχε πει ξερά: «Θα γίνει μπάχαλο». Και έγινε.
Αλλά ας επιστρέψουμε στις αποχωρήσεις.
Οι περισσότερες είναι ένα μελόδραμα σε χαμηλή ένταση: ένας ψίθυρος αξιοπρέπειας για τα προσχήματα ή, χειρότερα, ένα καμουφλαρισμένο άλμα προς την επόμενη ευκαιρία εξουσίας. Μια τελετουργική υπόκλιση με μάτι ανοιχτό στο παρασκήνιο. Σπάνια, όμως — ελάχιστες φορές στα τόσα χρόνια μου στην πολιτική επικοινωνία, στις συγκεντρώσεις, στα καμαρίνια της πολιτικής — συμβαίνει αυτό το σχεδόν υπερβατικό:
η παραίτηση να γίνεται πολιτικό μανιφέστο.
Και τότε, δεν είναι απλώς ένα αντίο. Είναι ένας σεισμός. Ένα κάλεσμα. Ένα “αρκετά” που ακούγεται σαν “αρχίζουμε πάλι απ’ την αρχή”.
Στην ομιλία του Τεμπονέρα, το παλιό σύμβολο – το όνομα, το αίμα, η ιστορία – απέκτησε φωνή. Όχι απλώς φωνή ριζοσπαστική, αλλά συνειδητή, ήρεμη, λογική και σπαρακτικά επίκαιρη. Δεν φώναξε. Δεν καταράστηκε. Δεν υποσχέθηκε θαύματα.
Μίλησε όπως θα έπρεπε να μιλάνε όλοι οι ηγέτες όταν έχουν αποτύχει – και κυρίως όταν δεν θέλουν να γίνουν ηγέτες.
Κι αυτό, ακριβώς, ήταν το πιο ηγετικό πράγμα που έχουμε δει στον ΣΥΡΙΖΑ εδώ και χρόνια.
Ο Διονύσης Τεμπονέρας ανέβηκε στο βήμα του 5ου Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ και δεν έκανε απλώς απολογισμό – έστησε ένα μνημόσυνο για ό,τι προδόθηκε και μια βάπτιση για ό,τι έρχεται. Έναν αποχαιρετισμό και μια υπόσχεση μαζί. Και αυτή είναι η ουσία της πολιτικής: να λέγονται πράγματα που δεν είναι απλώς “αληθινά”, αλλά αναγκαία.
Η ομιλία του ήταν μια βόμβα μνήμης και αξιοπρέπειας σε ένα συνέδριο που, υπό κανονικές συνθήκες, δεν θα είχε τίποτα να μας πει πέρα από αριθμούς στα μικρόφωνα και ευχολόγια σε PowerPoint. Αλλά ο Τεμπονέρας μπήκε στο δωμάτιο σαν εκείνον τον δάσκαλο που δεν ήρθε να βαθμολογήσει τα λάθη των μαθητών αλλά να τους θυμίσει γιατί διάβασαν εξ αρχής.
Η αυτοκριτική που δεν περίμενες να ακούσεις
“Αναλαμβάνω την ευθύνη”, επανέλαβε ο Τεμπονέρας σε μια εποχή που οι λέξεις έχουν λιώσει από τη χρήση και την υποκρισία. Όμως εδώ δεν ήταν φτηνό σλόγκαν. Ήταν ένα χαστούκι σε όσους ακόμα “σφυρίζουν αδιάφορα χωρίς ντροπή”. Ήταν ένα τσαλακωμένο χαρτί με γραμμένα τα λάθη ενός κόμματος που πνίγηκε στις παρατάξεις του και μετατράπηκε σε αστείο στα καφενεία της επαρχίας και σε ανέκδοτο στα πάνελ των ΜΜΕ.
Όταν λέει πως φταίει που δεν απαίτησαν πρώτα ένα Συνέδριο αυτοκριτικής πριν από την ανάδειξη Κασσελάκη, μιλά για το θανάσιμο αμάρτημα της Αριστεράς: το φόβο της να μιλήσει με ειλικρίνεια στον καθρέφτη. Κι όταν λέει ότι “δεν αντέδρασε στις παθογένειες”, δεν το ρίχνει στην ιδεολογική ασάφεια ή τον πολιτικό ρεαλισμό. Το λέει όπως είναι: δειλία.
Ο Τεμπονέρας κάνει κάτι ακόμα πιο σπάνιο: δεν ρίχνει την ευθύνη στον αντίπαλο, αλλά σε εμάς – και στον εαυτό του. Και σε ένα κόμμα που ανακυκλώνει πρόσωπα αντί για πολιτικές, αυτό είναι πιο ριζοσπαστικό από οποιοδήποτε tweet γεμάτο επαναστατικά hashtags.
Ριζοσπαστισμός χωρίς στόμφο
Η ομιλία του δεν είχε φανφάρες. Δεν είπε πως θα ρίξει το σύστημα ή πως θα οδηγήσει τις μάζες στην εξουσία. Αντίθετα, επανέφερε κάτι που έχει χαθεί: νόημα. Είμαστε με τους “μη προνομιούχους”, είπε. Όχι “και με το κεφάλαιο και με την εργασία”. Αυτή είναι η γραμμή που χώριζε πάντα την Αριστερά από την Κεντροαριστερά με τα Gucci και τις Mercedes. Ο Τεμπονέρας μας θύμισε πως η Αριστερά δεν είναι ταμπέλα – είναι στρατόπεδο.
Ονειρεύεται, λέει, “να δούμε τη γη να κοκκινίζει από ζωή”. Ποιητικό; Ίσως. Μελό; Καθόλου. Είναι αυτό ακριβώς που λείπει από έναν ΣΥΡΙΖΑ που πάσχει από οργανωτική παχυσαρκία και ιδεολογική ανορεξία. Είναι αυτό που λείπει από την πολιτική εν γένει.
Ο μοναχικός δρόμος της συνείδησης
Δεν είναι μικρό πράγμα να εγκαταλείπεις κάθε θέση εξουσίας σε ένα κόμμα που βασίζεται σε γραφειοκρατικά networks και εσωκομματικά deals. Ούτε είναι απλό να ζητάς από τους παλιούς να παραμερίσουν, όταν ξέρεις ότι οι περισσότεροι θα πεθάνουν κρατώντας την καρέκλα τους, σαν στρατηγοί σε ήττα.
Η φράση “παραιτούμαι από κάθε θέση ευθύνης” δεν ειπώθηκε από αδυναμία. Ειπώθηκε σαν προτροπή. Ως όπλο. Και ως τελετουργική κάθαρση.
Το τελευταίο κομμάτι
Το ότι τελείωσε με Ρίτσο δεν ήταν αισθητικό τρικ. Ήταν μια πράξη αντι-προπαγάνδας. Σε μια εποχή που τα πάντα εξηγούνται με power metrics και AI analytics, ο Τεμπονέρας διάλεξε να μιλήσει με όρους αξιών. Όχι ως συναισθηματικό πυροτέχνημα, αλλά ως πολιτική πράξη.
Γιατί, ναι, μπορεί να μην ζήτησαν “μερτικό στη ζωή τους”, όπως λέει ο Ρίτσος. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν την τίμησαν. Και όσο υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, όσο υπάρχουν τέτοιες ομιλίες, υπάρχει ακόμη χώρος να πούμε πως η πολιτική δεν είναι νεκρή. Είναι, απλώς, βαριά τραυματισμένη – και μόλις της χορηγήθηκε μια δόση νοήματος.
Και τώρα, πίσω στη νύχτα.
Αλλά κάπου στο βάθος, μια λάμπα της Αριστεράς δεν έσβησε ακόμα. Έστω κι αν τρεμοπαίζει.
Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να κρατήσει έναν Τεμπονέρα, τότε ίσως το πρόβλημα δεν είναι ποιος θα ηγηθεί. Είναι ότι δεν έχει μείνει πια τίποτα να ηγηθεί.





































