Γράφει ο Διονύσης Ασημιάδης*
Το άκουσμα μιας συμφωνίας ανάμεσα στη Χαμάς και στο Ισραήλ προκάλεσε αρχικά ανακούφιση. Έπειτα από μήνες αδιάκοπης βίας, με χιλιάδες νεκρούς και εκατομμύρια ανθρώπους σε συνθήκες ανθρωπιστικής καταστροφής, η εικόνα μιας παύσης πυρός μοιάζει σαν ανάσα ζωής. Οι ανακοινώσεις για ανταλλαγές ομήρων, αποχώρηση στρατευμάτων από συγκεκριμένα σημεία της Γάζας σε συνδυασμό με την αύξηση της ανθρωπιστικής βοήθειας δίνουν την αίσθηση ότι ανοίγει ένα παράθυρο ελπίδας. Όμως, πίσω από τη ρητορική των «πρώτων βημάτων ειρήνης» κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα. Η συμφωνία όχι μόνο δεν λύνει το παλαιστινιακό ζήτημα, αλλά μπορεί να το περιπλέξει ακόμη περισσότερο.
Η φύση της συμφωνίας είναι βαθιά άνιση. Το Ισραήλ διατηρεί τον έλεγχο των συνόρων, των εφοδιασμών και των όρων ασφάλειας, αφήνοντας την παλαιστινιακή πλευρά να εξαρτάται απόλυτα από τις εκάστοτε διαθέσεις του. Η Χαμάς δέχτηκε να υπογράψει σε συνθήκες ασφυκτικής πίεσης, με έναν πληθυσμό εξουθενωμένο, πεινασμένο, παγιδευμένο μέσα στα ερείπια. Όταν μια συμφωνία γεννιέται από απελπισία και όχι από ισότιμη διαπραγμάτευση, το αποτέλεσμα σπάνια είναι βιώσιμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μάλιστα, ενέχει τον κίνδυνο να παγιώσει μια «ειρήνη» βασισμένη στην αδυναμία της Παλαιστίνης. Παράλληλα, αποκρύπτονται δύο πολλοί σημαντικοί παράγοντες: η κατοχή και η επέκταση των εποικισμών. Η Γάζα μπορεί να αναπνεύσει ελάχιστα, αλλά η Δυτική Όχθη εξακολουθεί να πνίγεται μέσα σε μια καθημερινότητα ελέγχου, βίας και αβεβαιότητας. Αν η διεθνής κοινότητα θεωρήσει ότι η υπόθεση «έκλεισε» με την τρέχουσα συμφωνία, τότε η στρατηγική του Ισραήλ να κερδίζει χρόνο θα έχει πετύχει απόλυτα, αφήνοντας τους Παλαιστίνιους με μια αυταπάτη ειρήνης χωρίς καμία προοπτική αυτάρκειας.
Επιπλέον, η συμφωνία απειλεί να βαθύνει τις εσωτερικές ρωγμές στην παλαιστινιακή πολιτική σκηνή. Η Χαμάς παρουσιάζεται πλέον ως ο μοναδικός συνομιλητής που μπόρεσε να αποσπάσει χειροπιαστά ανταλλάγματα, αποδυναμώνοντας την ήδη εύθραυστη Παλαιστινιακή Αρχή. Ένας τέτοιος συσχετισμός δεν ενισχύει την ενότητα αλλά τροφοδοτεί τον διχασμό, κάτι που ιστορικά έχει αποδειχτεί καταστροφικό για την παλαιστινιακή υπόθεση. Μια Παλαιστίνη διαιρεμένη, κατακερματισμένη σε πολιτικά στρατόπεδα και γεωγραφικά καντόνια, δεν μπορεί να αντισταθεί ούτε να διεκδικήσει ουσιαστικά δικαιώματα.
Ακόμη και το ανθρωπιστικό σκέλος της συμφωνίας, όσο καλοδεχούμενο κι αν είναι, ενέχει παγίδες. Η εξάρτηση από ξένη βοήθεια, χωρίς ένα σχέδιο πραγματικής ανοικοδόμησης και ανάπτυξης, κινδυνεύει να μονιμοποιήσει τον ρόλο των Παλαιστινίων ως αιώνιων αποδεκτών διεθνούς ελεημοσύνης. Έτσι, αντί να ανοίξει τον δρόμο για αυτάρκεια και ελευθερία, η συμφωνία μπορεί να συντηρήσει έναν ισχυρό συνδυασμό αδυναμίας – εξάρτησης.
*Υπ. διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ






































