ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ, του χαρισματικού ηγέτη της ορίτζιναλ αμερικάνικης Αριστεράς, των «Δημοκρατών Σοσιαλιστών» που κέρδισαν και τον δήμο της Νέας Υόρκης με τον νεαρό μουσουλμάνο κομμουνιστή ράπερ Μαμντάνι, διαβάζω αυτές τις μέρες και το συστήνω ανεπιφύλακτα.

ΕΙΝΑΙ ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ στη μεγάλη περιοδεία του Μπέρνι Σάντερς -κυρίως σε ρεπουμπλικανικες Πολιτείες- με σύνθημα «Πολέμα την Ολιγαρχία» και ακροατήριο αποτελουμενο κατά 30% από ρεπουμπλικανους και ανεξάρτητους.
ΑΝ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ του βιβλίου είναι η «διάγνωση της ασθένειας» (καπιταλιστική απληστία), το δεύτερο είναι η «θεραπεία» με «οργάνωση στη βάση» (grassroots organizing).
Η ΑΚΟΥΡΑΣΤΗ εξωκοινοβουλευτικη δράση του Σάντερς αποδεικνύει ότι ο κόσμος δεν κινητοποιείται από κομματικούς μηχανισμούς, αλλά από την αίσθηση ότι κάποιος τον ακούει, τον εκπροσωπεί και του δίνει ρόλο.
ΟΤΑΝ ΛΕΕΙ ΟΤΙ στις συγκεντρώσεις του πήγαν άνθρωποι που δεν ήταν «δικοί του», ήταν ανεξάρτητοι ή και αντίπαλοι ψηφοφόροι, αναδεικνύει μια κρίσιμη αλήθεια: Η πολιτική εμπιστοσύνη ανακτάται εντός της κοινωνίας.
Ο ΑΕΙΚΙΝΗΤΟΣ ΣΑΝΤΕΡΣ αποδεικνύει εμπράκτως πως πρώτα φτιάχνεις σχέση με την κοινωνία και μετά έρχεται η κάλπη.
ΣΤΗ ΒΙΑ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ ο Σάντερς αντιπαραβάλλει την πολιτική της ηθικής. Όταν μιλάει για την υγεία ή τους μισθούς, δεν αναφέρεται μόνο στα δημοσιονομικά μεγέθη, αλλά και στο τι είναι δίκαιο.
ΕΝΩ Ο ΠΡΟΒΛΕΨΙΜΟΣ προοδευτικός χώρος μιλά στους ήδη πεπεισμένους, εκείνος πήγε σε περιοχές -όπως η Αϊόβα ή το Ουισκόνσιν- που θεωρούνταν χαμένες για τους Δημοκρατικούς. Αντί, λοιπόν, για εκδηλώσεις σε κεντρικά ξενοδοχεία, η πολιτική ανασυγκρότηση απαιτεί παρουσία στα σωματεία των ντελιβεράδων, στις αγροτικές κινητοποιήσεις, στους νέους των 800 ευρώ που δεν μπορούν να νοικιάσουν σπίτι.
Ο ΣΑΝΤΕΡΣ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ τις πολιτικές συγκεντρώσεις ως θεραπευτική πράξη. Βλέπεις χιλιάδες ανθρώπους δίπλα σου να έχουν το ίδιο πρόβλημα, σταματάς να νιώθεις αποτυχημένος σε προσωπικό επίπεδο και αρχίζεις να νιώθεις «δυνατός» σε συλλογικό. Μεταφέρεσαι από το «Εγώ» στο «Εμείς» της βάσης, μέσα απο τη δομή της EWOC (Επιτροπή Συλλογικοποίησης).
ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΟΠΑΔΟΥΣ, αλλά οργανωτές. Ένα κόμμα δεν πρέπει να είναι ένας μηχανισμός που ζητά ψήφο κάθε τέσσερα χρόνια, αλλά ένας φορέας που εκπαιδεύει τον πολίτη να διεκδικεί στην καθημερινότητά του. Η δύσκολη και η μόνη βιώσιμη επιλογή είναι η ανακατανομή της πολιτικής ισχύος.
Ο ΜΠΕΡΝΙ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ότι η «μεγάλη παράταξη» δεν χτίζεται με μεταγραφές στελεχών -το γνωστό πολιτικό «κέντρο» που συχνά είναι απλώς ένας κενός χώρος- αλλά με την επανένταξη των αόρατων. Βλέπει αυτές τις ενδιάμεσες εκλογές του 2026 ως ορόσημο.
ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ είναι να σταματήσει την επικίνδυνη ατζέντα Τραμπ, όχι με γενικόλογες υποσχέσεις, αλλά με μια τολμηρή οικονομική ατζέντα, που θα κάνει τον πολίτη να νιώσει ότι δεν είναι μόνος του.

ΣΤΙΣ 13 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1985, η σουηδική ναζιστική οργάνωση «Nordic Reich» ανακοινώνει πορεία στην πόλη Växjö της Σουηδίας. Όταν εμφανίζονται οι νεοναζί, 2.500 ντόπιοι κατεβαίνουν στους δρόμους και αρχίζουν να τους κυνηγούν.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ της πορείας μια 38άχρονη, η Ντανούτα Ντάνιελσον, Εβραία πολωνικής καταγωγής, της οποίας η μητέρα είχε οδηγηθεί σε ναζιστικό στρατόπεδο στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, χτυπά έναν ναζί με την τσάντα της.
Ο ΧΑΝΣ ΡΟΥΝΕΣΟΝ απαθανατίζει τη σκηνή και γεννιέται μια απο τις πιο γνωστές αντιφασιστικές φωτογραφίες.
ΟΙ ΔΙΑΔΗΛΩΤΕΣ κυνήγησαν τους ναζί μέχρι τον σταθμό του τραίνου. Μετά απο ώρες, οι ναζιστές φυγαεδεύτηκαν με παρέμβαση της αστυνομίας.
O ΣΕΠΟ ΖΑΛΟΥΣΚΑ, ο νεοναζί της φωτογραφίας, λίγο μετά τη λήψη της, το 1985, καταδικάσθηκε για τον βασανισμό και τη δολοφονία ενός Εβραίου ομοφυλόφιλου.
Η ΝΤΑΝΙΕΛΣΟΝ, που είχε προβλήματα υγείας, αυτοκτόνησε δύο χρόνια αργότερα.

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΟΥΤΕ 89! Λέει η -καλυτερότερη- κάρτα ευχών για τα γενέθλια του που έστειλαν στον φίλο μου τον Γιώργο. Δεν θα μας τερλάνουν αυτοί, ημείς θα τους τερλάνουμε (το «ημείς» βλάχικο και ουχί καθαρευουσιάνικο και το «τερλάνουμε» ευβοιώτικο)

Το συγκινητικό αντίο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες
(6 Μαρτίου 1927 – 17 Απριλίου 2014)
«Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή… Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται!
Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι’ αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν’ το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία.
Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις “συγνώμη”, “συγχώρεσέ με”, “σε παρακαλώ”, “ευχαριστώ” κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.
Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα».

«Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησες, αλλά αυτή που θυμάσαι και πώς τη θυμάσαι για να τη διηγηθείς».
Ο δυσθεώρητος Κολομβιανός συγγραφέας θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του λογοτεχνικού ρεύματος του «μαγικού ρεαλισμού» και ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς, όχι μόνο της ισπανόφωνης αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Υπήρξε επίσης κομμουνιστής και φίλος του Φιντέλ Κάστρο, ενώ είχε απαγορευτεί για μεγάλο διάστημα η είσοδός του στις ΗΠΑ, λόγω της στήριξής του σε αριστερά καθεστώτα που ήταν ενάντια στην Αμερική.

Όταν ολοκλήρωσα το χειρόγραφο (700 σελίδες) πήγα με τη σύζυγό μου, τη Μερσέδες, να το ταχυδρομήσουμε.
Το ζύγισαν.
Το δέμα κόστιζε 83 πέσος. Η γυναίκα μου είχε 45 πέσος.
Έτσι στείλαμε στον εκδότη τις μισές σελίδες.
Επιστρέψαμε στο σπίτι με 350 φύλλα.
Βάλαμε ενέχυρο ένα μίξερ και μία κρεμάστρα.
Πήραμε 50 πέσος.
Πήγαμε ξανά στο ταχυδρομείο και στείλαμε τις υπόλοιπες 350 σελίδες.
Βγαίνοντας έξω η Μερσέδες μού είπε: «Αυτό που μας λείπει τώρα, είναι το βιβλίο σου να είναι χάλια…»
Το βιβλίο αυτό ήταν το «Εκατό χρόνια μοναξιά» (1967)

«Ο άνθρωπος μια μέρα των ημερών, πρέπει να μάθει να χτίζει όνειρα, εκεί που οι ελπίδες τελειώνουν»

«Ο πιο ανθρώπινος τρόπος να πετάξεις είναι ακόμα η αγκαλιά»





































