fbpx

Αντώνης Μακρής (ΣΕΛΠΕ): Το κόστος της ενέργειας θα αργήσει να αποκλιμακωθεί

0 121

Συνέντευξη στον Αλέξανδρο Κοντοπάνο

“Εμείς ως λιανική, δεν φοβόμαστε τίποτα, γιατί προσπαθούμε να προηγούμαστε των γεγονότων” λέει με σιγουριά στη Voice ο Αντώνης Μακρής, Πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Λιανικής Πωλήσεως (ΣΕΛΠΕ).

Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε τονίζει ότι δεν πρέπει “να τα φορτώνουμε όλα στον πόλεμο στην Ουκρανία”, αφού η κρίση στην ελληνική αγορά προϋπήρχε. Υπογραμμίζει ότι οι άνθρωποι της αγοράς είναι έμπειροι και ως εκ τούτου “δεν υπάρχει φόβος, αλλά μεγάλη ψυχραιμία”, ωστόσο αναγνωρίζει το αυτονόητο, δηλαδή πως “όσο η ενέργεια παραμένει ψηλά και η αξία των τροφίμων ανεβαίνει, δεν περισσεύουν επαρκείς πόροι στην τσέπη του καταναλωτή για τα υπόλοιπα προϊόντα”.

Κύριε Μακρή, τι είναι ο ΣΕΛΠΕ;

Είναι μια από τις πιο παλιές οργανώσεις, ιδρύθηκε το 1975, όλοι οι μεγάλοι Έλληνες επιχειρηματίες  της αγοράς τίμησαν με την παρουσία τους τον ΣΕΛΠΕ, καθώς επίσης σχεδόν όλες οι πολυεθνικές εταιρίες που αναπτύσσονται στην αγορά λιανικής και παροχής υπηρεσιών στη χώρα μας.

Ο εργοδοτικός συνδικαλισμός είναι χρήσιμος γιατί η εκάστοτε κυβέρνηση και η πολιτεία εν γένει πρέπει να έχει κάποιους ειδικούς στον χώρο τους για να συνεργάζεται και να συνομιλεί. Όπου υπάρχει ζωή, υπάρχει και το εμπόριο, το βλέπουμε ακόμη και στις τόσο άσχημες και θλιβερές εικόνες του πολέμου στην Ουκρανία, το εμπόριο είναι εκεί.

Η αγορά διεισδύει, μέσω της οικονομίας, στην πολιτική, διότι προσπαθεί να διαγνώσει την επόμενη μέρα της χώρας, ώστε να είναι προετοιμασμένη και να μπορέσει να εξυπηρετήσει τον καταναλωτή-συμπολίτη μας. Προσπαθούμε να προηγούμαστε των γεγονότων, στηριζόμενοι στην εμπειρία, τη γνώση, αναλύοντας τις συνθήκες που  επικρατούν στην αγορά και μελετώντας τη συμπεριφορά του καταναλωτή, ώστε να μπορούμε να εξυπηρετούμε άμεσα την ανάγκη του.

Τι σας τρομάζει πιο πολύ από τις τελευταίες εξελίξεις; Από το θέμα της ακρίβειας, τον πληθωρισμό που σκαρφαλώνει σε πολύ υψηλά νούμερα, την εκρηκτική άνοδο στην τιμή της ενέργειας και των καυσίμων; Σε αυτό το εκρηκτικό μείγμα, ποια πρέπει να είναι η απάντηση;

Όσο και αν φαίνεται περίεργο, εμείς οι παλιοί τα έχουμε δει ξανά αυτά, δεν είναι κάτι καινούριο για εμάς. Έχουμε ζήσει τις υποτιμήσεις, που το προηγούμενο βράδυ κάναμε τον τζίρο ενός χρόνου και το επόμενο εξάμηνο δεν έμπαινε καταναλωτής να μας πει ούτε «καλημέρα», έχουμε ζήσει την έκρηξη στο Τσερνομπίλ, έχουμε ζήσει την οδυνηρή εξέλιξη στην Κύπρο με την εισβολή και κατοχή, έχουμε ζήσει πάρα πολλά πράγματα που δεν είναι ακριβώς τα ίδια, αλλά προσιδιάζουν, έχουμε ζήσει την πετρελαϊκή κρίση του 1973, γεγονότα που μέσες-άκρες είναι κοντά στα σημερινά.

Η οικονομία της χώρας, άρα και η αγορά, είναι ετερόφωτη διότι το 73-74% των προϊόντων που πουλάμε στα μαγαζιά είναι εισαγόμενα. Ακόμη και αυτά που θεωρούμε ιδιοπαραγόμενα, κυρίως του αγροτικού τομέα, εξαρτώνται εν πολλοίς από το εξωτερικό, οι σπόροι, τα λιπάσματα, τα φυτοφάρμακα κ.λπ. Ακόμη και τα περισσότερα ζώα έρχονται υβρίδια και μεγαλώνουν εδώ, άρα ο πρωτογενής τομέας υστερεί, παρά το γεγονός ότι τα προϊόντα είναι καλής ποιότητας και, φυσικά, ο δευτερογενής τομέας, που όσοι ασχολούνται με αυτόν θεωρώ πως είναι πραγματικά ήρωες. Χώρα που δεν έχει επάρκεια στον πρωτογενή τομέα και όσο το δυνατόν  μεγαλύτερη επάρκεια στον δευτερογενή τομέα, δεν μπορεί να διάγει εύκολο βίο.

Φόβος δεν υπάρχει, για να καταλήξω στην ερώτησή σας, ψυχραιμία μεγάλη υπάρχει. Η ευθύνη η δική μας είναι να κρατάμε τον τροχό της οικονομίας σε λειτουργία. Τι σημαίνει αυτό; Ότι οι συνδαιτυμόνες στο παιχνίδι, ο πολίτης-καταναλωτής και φίλος μας, εμείς οι εταιρίες και οι εργαζόμενοί μας, καθώς και η Πολιτεία, φέρουμε ο καθένας ξεχωριστά τις ευθύνες του. Ο μεν καταναλωτής φίλος μας πρέπει να κάθεται όπως παλιά οι γονείς μας, που -ενώ έλεγαν «Έχει ο Θεός»- είχαν δίπλα τους και ένα τεφτέρι και κατέγραφαν τι χρήματα θα εισπράξουν, τι έχουν αποταμιεύσει, τις ανάγκες του σπιτιού τους και πώς μπορούν να τις εξυπηρετήσουν. Τώρα υπάρχουν υπολογιστές, κινητά, αλλά η λογική πρέπει να είναι η ίδια. Γιατί το λέω αυτό; Γιατί ό,τι και να συμβεί, οι ανάγκες δεν σταματούν, μπορεί να περιορίζονται, αλλά δεν εκλείπουν. Άρα, όταν υπάρχει μια ανάγκη που πρέπει να εξυπηρετηθεί, καλύτερα είναι να ενεργήσεις σήμερα, παρά να περιμένεις να την εξυπηρετήσεις αργότερα που θα σου κοστίσει ακριβότερα.

Πάμε τώρα στις επιχειρήσεις, που τα περιουσιακά στοιχεία τους δεν είναι ούτε τα έπιπλα, ούτε οι τοίχοι, ούτε τα προϊόντα τους, είναι οι συνεργάτες τους και οι πελάτες τους. Εμείς, πάση θυσία, πρέπει να προστατέψουμε και τους δυο, δηλαδή να κρατήσουμε ενεργές και καλοπληρωμένες τις θέσεις εργασίας και να προσπαθήσουμε να βρούμε προϊόντα, που μπορούν να απαντούν στις ανάγκες του πελάτη, καθώς και στις δυνατότητές του. Οι προμηθευτές και οι παραγωγοί, αναγνωρίζοντας την πραγματικότητα της εποχής, προσπαθούν να παράγουν τα κατάλληλα προϊόντα, σε τιμές που ο καταναλωτής θα μπορεί να ανταποκριθεί.

Υπάρχει ένα θέμα με τις ελλείψεις στον τομέα των πρώτων υλών και με το κόστος της ενέργειας, που αποτελούν ένα μεγάλο κομμάτι του κόστους της παραγωγικής διαδικασίας, όμως οι παραγωγοί των προϊόντων επιχειρούν και βρίσκουν τις βέλτιστες λύσεις. Άρα δεν περιμένουμε τεράστιες εκπλήξεις στις τιμές, όλα όμως εξαρτώνται από το πού θα οδηγηθούν οι εξελίξεις με την κρίση που υπάρχει σήμερα. Για να μην τα φορτώνουμε όλα όμως στον πόλεμο στην Ουκρανία, η κρίση έρχεται από νωρίτερα, λόγω κορονοϊού, από το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, όταν δημιουργήθηκε πρόβλημα στις αλυσίδες προμήθειας των προϊόντων και των πρώτων υλών. Όταν ένα γεγονός κρατάει πολύ χρόνο για να φτάσει στο peak του, χρειάζεται και πολύ χρόνο για να αποκλιμακωθούν οι επιπτώσεις.

Τον ρόλο των τραπεζών, πώς τον βλέπετε; Ενώ σε άλλα κράτη επελέγη πρώτα να στηριχθεί η κοινωνία και μέσα από εκεί οι τράπεζες, εδώ ανακεφαλαιοποιήθηκαν με τη στήριξη της ελληνικής κοινωνίας, αλλά δεν βλέπουμε την αγορά να αντλεί την αναγκαία ρευστότητα, ιδίως σε επίπεδο μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων.

Εγώ έχω μεγάλη εμπιστοσύνη στους Έλληνες τραπεζίτες και στις τράπεζες. Είναι άδικο να τις δείχνουμε με το δάχτυλο, γιατί κράτος χωρίς τράπεζες δεν υπάρχει. Εμπόριο χωρίς τράπεζες, σίγουρα δεν υπάρχει. Είναι άδικο να δείχνει ο ένας τον άλλο, γιατί υπήρξαν και λανθασμένες πολιτικές αποφάσεις. Αν είχαν αφεθεί οι τράπεζες να κάνουν τη δουλειά τους -με τα όποια προβλήματα αντιμετωπίζουν- σήμερα δεν θα είχαμε αυτό το βουνό των Κόκκινων στεγαστικών Δανείων και των Κόκκινων Δανείων, γενικότερα.

Υπήρξαν και υπάρχουν πολλά ευρωπαϊκά προγράμματα και μέσα από τις διαχειρίσεις αυτών των προγραμμάτων απεδείχθη ότι, σε πολλές επιχειρήσεις τα οικονομικά τους στοιχεία δεν δικαιολογούσαν τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα. Ο επιχειρηματίας ήξερε ότι, η επιχείρηση του πάει καλά, αλλά δεν αποτυπωνόταν στα στοιχεία της, γιατί έχουμε ένα μεγάλο ποσοστό μαύρης οικονομίας και μαύρης αγοράς εργασίας.

Λόγω της πανδημίας μοιράστηκαν λεφτά με τον ανεμιστήρα, διότι ούτε το κράτος ούτε εμείς στον ιδιωτικό τομέα ξέρουμε το πραγματικό φορολογικό στάτους του απέναντί μας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να διατηρούνται στη ζωή επιχειρήσεις, που θα έπρεπε να έχουν κλείσει. Η ζωή μιας επιχείρησης κάνει έναν κύκλο, όπως η ζωή ενός ανθρώπου: Γεννιέται, μεγαλώνει, πάει στο peak, αρχίζει η πτώση και είτε λόγω αλλαγής γενιάς, είτε λόγω αλλαγής τεχνολογίας ή αλλαγής αντικειμένου μπορεί να διατηρηθεί, ενώ αν παραμείνει στα παλιά, μπορεί να σβήσει γιατί το καινούργιο περιβάλλον δεν δικαιολογεί την ύπαρξή της και στη θέση της θα ζήσει μια άλλη επιχείρηση, που θα πάει καλύτερα επειδή η ηγεσία της λειτουργεί με καλύτερο μάνατζμεντ. Αυτές οι επιχειρήσεις, στην αγωνία τους να επιβιώσουν, σκοτώνουν και τις υγιείς επιχειρήσεις.

Στην αγορά υπάρχει πια τεράστια επιστημοσύνη, που ενσωματώνει όλες τις νέες τεχνολογίες. Παρόλα αυτά, η λιανική έχει σταματήσει να είναι πύλη εισόδου των νέων ανθρώπων στην αγορά εργασίας. Πολλοί οι λόγοι, η διόγκωση της μαύρης εργασίας, η πολιτική των επιδομάτων, η περικοπή στις συντάξεις και τα λάθος μηνύματα, που οδηγούν τους νέους στην εσφαλμένη εντύπωση πως ποτέ δεν θα πάρουν σύνταξη. Με τη σκέψη αυτή οι νέοι μας άνθρωποι ωθούνται στην μαύρη εργασία, με αποτέλεσμα να χάνουν πόρους τα Ταμεία, έσοδα το κράτος και να δημιουργείται ένας αρνητικός, καταστροφικός φαύλος κύκλος.

Ο κανόνας του ανταγωνισμού έχει παραβιαστεί; Βλέπουμε ελλείψεις κάποιων προϊόντων στα ράφια, ακούσαμε το υπουργείο να μιλάει για πρόστιμα, υπάρχει θέμα αισχροκέρδειας;

Μην ξεχνάμε ότι, το 70% του ΑΕΠ χτίζεται από την κατανάλωση. Ακούσαμε τον τελευταίο καιρό κραυγές από επίσημα χείλη περί αισχροκέρδειας και ασυδοσίας στην αγορά. Αυτό προέκυψε με αφορμή κάποια πρόστιμα που επιβλήθηκαν και η ορθότητά τους ή μη θα αποδειχθεί όταν θα τελεσιδικήσουν. Συνήθως, όταν ακολουθείται η νομική οδός, οι προσφεύγουσες στη Δικαιοσύνη επιχειρήσεις αθωώνονται.

Το σωστό είναι, όταν βάζεις ένα πρόστιμο και δεν μπορείς να πεις το όνομα της επιχείρησης, επειδή υπάρχει το τεκμήριο της αθωότητας, να αναφέρεις με λεπτομέρειες τον ακριβή λόγο, βάσει του οποίου επεβλήθη αυτή η ποινή, ώστε η Πολιτεία να μην αφήνει τη φαντασία του καθενός μας να οργιάζει. Δεν θέλω να αθωώσω κανέναν, γιατί θα ήταν σαν να λέω ότι στην αγορά δεν υπάρχουν καλοί και κακοί επιχειρηματίες.

Σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά, όπου έχει τη δυνατότητα ο καταναλωτής να διαβεί χιλιάδες πόρτες μέσω του ίντερνετ, να πληροφορηθεί ή και να αγοράσει τα πάντα, δεν μπορείς να μιλάς για κερδοσκοπία και ασυδοσία. Όμως, η πολιτική εξυπηρετείται με αυτή την ιστορία, γιατί φεύγεις από το πραγματικό πρόβλημα και δείχνεις κάποιον άλλο. Είναι γνωστό ότι, η λιανική λειτουργεί ως αμορτισέρ μεταξύ του παραγωγού/ εισαγωγέα/ προμηθευτή και του καταναλωτή και προσπαθεί να αποσβέσει τους κραδασμούς, όχι πάντα επιτυχώς. Το προηγούμενο διάστημα οι εταιρίες διαγκωνίζονταν στο ποιος θα βάλει αργότερα τη μεγαλύτερη τιμή, γιατί όποιος σπεύσει να ανεβάσει τις τιμές, και απώλεια καταναλωτών έχει και θα δυσκολευτεί πάρα πολύ για να τους ξαναφέρει πίσω.

Φοβάστε ότι θα δούμε κατά τη διάρκεια της χρονιάς πολύ μεγαλύτερες τιμές ρεύματος, με επιπλέον αύξηση κόστους για τις επιχειρήσεις;

Εμείς, ως λιανική, δεν φοβόμαστε τίποτα, γιατί προσπαθούμε να προηγούμαστε των γεγονότων, όπως περιέγραψα προηγουμένως. Σήμερα ο συμπολίτης μας δημιουργεί μια πυραμίδα των αναγκών του, πρώτα η ενέργεια, μετά τα τρόφιμα και ακολουθούν όλα τα υπόλοιπα προϊόντα, άρα όσο η ενέργεια παραμένει ψηλά και η αξία των τροφίμων ανεβαίνει, δεν περισσεύουν επαρκείς πόροι στην τσέπη του καταναλωτή για τα υπόλοιπα προϊόντα. Το 2022 έως και το 2025 για το εμπόριο θα είναι χρονιές και εσωστρέφειας. Σε αυτές τις χρονιές θα επαναπροσδιοριστούν τα μεγέθη, το πλήθος, η γεωγραφική επέκταση των καταστημάτων, καθώς και το  προϊοντικό τους μείγμα.

Τα μεγαλύτερα κόστη σε μια επιχείρηση είναι η ενέργεια που δαπανά, τα ενοίκια των χώρων που αναπτύσσεται, το κόστος του προσωπικού της και ακολουθούν τα υπόλοιπα. Ό,τι από αυτά αυξάνεται, ανεβάζει το κόστος λειτουργίας της επιχείρησης, άρα αναγκάζει της επιχειρήσεις να αυξάνουν τις τιμές. Αυτό το γεγονός από μόνο του δημιουργεί πρόβλημα στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, άρα και στην επιβίωσή τους σε βάθος χρόνου.

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More