Σύμφωνα με ανάλυση της Morningstar DBRS, οι ελληνικές τράπεζες έχουν λιγότερο διαφοροποιημένες πηγές εσόδων σε σύγκριση με τις ευρωπαϊκές, καθώς η συμβολή των εσόδων από προμήθειες στην κερδοφορία τους είναι χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ειδικότερα, τα καθαρά έσοδα από προμήθειες και χρεώσεις αντιστοιχούσαν περίπου στο 17% του συνολικού λειτουργικού εισοδήματος κατά το πρώτο εξάμηνο του 2024, έναντι 22% κατά μέσο όρο στην Ευρώπη. Σύμφωνα με την έκθεση, οι τράπεζες σε Γερμανία, Ιταλία και Σκανδιναβία καταγράφουν τη μεγαλύτερη συμβολή από προμήθειες στα συνολικά έσοδά τους, ενώ οι τράπεζες σε Ολλανδία, Ελλάδα και Ιρλανδία βρίσκονται χαμηλότερα στη σχετική κατάταξη.
Παρότι οι ελληνικές τράπεζες είναι από εκείνες που επωφελήθηκαν περισσότερο από την αύξηση των επιτοκίων, λόγω του υψηλού ποσοστού δανείων με κυμαινόμενα επιτόκια, η περιορισμένη διαφοροποίηση των εσόδων τους αποτελεί ανταγωνιστικό μειονέκτημα. Αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου αναμένεται μείωση των καθαρών εσόδων από τόκους (NII).
Η μειωμένη ποικιλομορφία των τραπεζικών εσόδων στην Ελλάδα αποδίδεται στην παγκόσμια οικονομική κρίση και την ελληνική κρίση χρέους, καθώς η χαμηλή αγοραστική δύναμη δεν επέτρεψε την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που σχετίζονται με έσοδα από προμήθειες. Ωστόσο, παρά τις προκλήσεις, η ελληνική οικονομία έδειξε ανθεκτικότητα, ξεπερνώντας δυσκολίες όπως η πανδημία και η ενεργειακή κρίση.
Η οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα συνεχίζει να υπερβαίνει τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,3% το 2023, ενώ για το περασμένο έτος εκτιμάται αύξηση άνω του 2%, λόγω της ισχυρής ιδιωτικής κατανάλωσης, των εξαγωγών και των επενδύσεων.
Παράλληλα, η αγορά εργασίας εμφανίζει σημάδια ανάκαμψης, με το ποσοστό ανεργίας να διαμορφώνεται στο 9,6% τον Νοέμβριο του 2024, έχοντας μειωθεί πάνω από 19 ποσοστιαίες μονάδες από το υψηλό του 2013.
Όσον αφορά τις καταθέσεις λιανικής, έχουν ανακάμψει μερικώς από τις απώλειες της κρίσης χρέους, αν και παραμένουν χαμηλότερες από τα προ κρίσης επίπεδα. Ωστόσο, οι εισροές από το Ταμείο Ανάκαμψης (RRF) και η σταδιακή βελτίωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών αναμένεται να ενισχύσουν τις τραπεζικές καταθέσεις και να βοηθήσουν τις επιχειρήσεις να διατηρήσουν υγιείς ρυθμούς ανάπτυξης.
Βλέποντας προς το μέλλον, εκτιμάται ότι η ανάπτυξη θα υποστηριχθεί από τις συνεχιζόμενες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, τη βελτιωμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση, την αναμενόμενη ενίσχυση του εξωτερικού περιβάλλοντος και τις πρόσφατες δομικές αλλαγές.
Για τα έτη 2025 και 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ρυθμούς ανάπτυξης του πραγματικού ΑΕΠ στο 2,3% και 2,2% αντίστοιχα, διατηρώντας την υπεροχή της ελληνικής οικονομίας έναντι του μέσου όρου της ευρωζώνης. Παρ’ όλα αυτά, οι οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας επηρεάζονται από γεωπολιτικούς κινδύνους, όπως οι προστατευτικές εμπορικές πολιτικές που μπορεί να επιβαρύνουν την ανάπτυξη τόσο στην Ευρώπη όσο και στη χώρα.
Παράλληλα, η DBRS επισημαίνει ότι οι μεγάλες ελληνικές τράπεζες δίνουν πλέον έμφαση στην ενίσχυση των εσόδων από προμήθειες, εν όψει της σταδιακής αποκλιμάκωσης των επιτοκίων. Οι πρωτοβουλίες αυτές περιλαμβάνουν τόσο οργανικές στρατηγικές, όσο και εξωτερικές συνεργασίες και μικρές εξαγορές.
Σύμφωνα με την ανάλυση, οι ελληνικές τράπεζες είναι καλύτερα προετοιμασμένες σήμερα να αυξήσουν τα έσοδά τους μέσω δραστηριοτήτων όπως η διαχείριση πλούτου και το bancassurance. Παρόλα αυτά, τα έσοδα από προμήθειες εξακολουθούν να προέρχονται κυρίως από παραδοσιακές τραπεζικές υπηρεσίες και πληρωμές, σε αντίθεση με τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες που διαθέτουν περισσότερες πηγές εσόδων.
Οι ευνοϊκές μακροοικονομικές συνθήκες και οι πρωτοβουλίες των τραπεζών έχουν συμβάλει στη σύγκλιση με τις ευρωπαϊκές τράπεζες τα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, οι καθαρές προμήθειες των ελληνικών τραπεζών αυξήθηκαν από 15% του συνολικού λειτουργικού εισοδήματος το 2019 σε 17% το πρώτο εξάμηνο του 2024.
Η ελληνική κυβέρνηση πρόσφατα ενέκρινε ένα σχέδιο μείωσης των τραπεζικών προμηθειών για τους λιανικούς πελάτες, το οποίο θα τεθεί σε εφαρμογή από το 2025. Το σχέδιο περιλαμβάνει μειώσεις σε χρεώσεις που αφορούν μεταφορές χρημάτων, συναλλαγές μέσω ΑΤΜ και ψηφιακών καναλιών, με στόχο να στηρίξει τους καταναλωτές απέναντι στην άνοδο του κόστους διαβίωσης.
Αν και τα έσοδα των ελληνικών τραπεζών προέρχονται κυρίως από παραδοσιακές τραπεζικές υπηρεσίες και πληρωμές, οι προμήθειες που επηρεάζονται από τις κυβερνητικές παρεμβάσεις αντιστοιχούν μόνο σε ένα μέρος του συνόλου. Παρόλο που τα νέα μέτρα αναμένεται να επιβραδύνουν την αύξηση των καθαρών προμηθειών, η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών εκτιμάται ότι θα παραμείνει ισχυρή στο άμεσο μέλλον.
Όσον αφορά τις χορηγήσεις δανείων, οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με τις ευρωπαϊκές, λόγω της ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης και της αυξημένης επενδυτικής δραστηριότητας στη χώρα. Αυτή η τάση αναμένεται να συνεχιστεί, καθώς οι ελληνικές τράπεζες θα χρηματοδοτήσουν έργα που σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης (RRF).
Η διαφοροποίηση των εσόδων και η βελτιστοποίηση του κόστους παραμένουν καθοριστικοί παράγοντες για τη βιωσιμότητα των κερδών των ελληνικών τραπεζών, σύμφωνα με τη DBRS.





































