Ανοδική πορεία παρουσιάζει τα τελευταία έτη η παραγωγή ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας (τσιπούρα, λαβράκι) στη χώρα μας, με το μεγαλύτερο ποσοστό αυτής, κοντά στο 80%, να κατευθύνεται σε αγορές του εξωτερικού.
Γράφει ο: Νώντας Ψαρράς
Σύμφωνα με έρευνα της ICAP, ο κλάδος της θαλάσσιας ιχθυοκαλλιέργειας έχει έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό, ενώ απαρτίζεται από ορισμένες μεγάλες καθετοποιημένες επιχειρήσεις – ομίλους που ασχολούνται τόσο με την παραγωγή γόνου όσο και την πάχυνση ψαριών.
Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, ο εξαγωγικός χαρακτήρας των θαλάσσιων ιχθυοκαλλιεργειών συμβάλλει ουσιαστικά στο ισοζύγιο πληρωμών της χώρας, τα δε προϊόντα (τσιπούρα, λαβράκι) ‘‘κυριαρχούν’’ στην Ευρωπαϊκή αγορά.
Είναι χαρακτηριστικό ο ανταγωνισμός που δέχεται ο κλάδος από επιχειρήσεις άλλων χωρών και ιδιαίτερα της Τουρκίας (που αναδεικνύεται σε ισχυρό ανταγωνιστή λόγω του χαμηλότερου κόστους παραγωγής), ενδέχεται να επηρεάζει την τελική τιμή πώλησης των προϊόντων.
Ωστόσο τα ελληνικά προϊόντα εξακολουθούν να διαθέτουν δυναμική παρουσία στις ευρωπαϊκές αγορές, λόγω κυρίως των ποιοτικών χαρακτηριστικών τους.
Το μέγεθος της συνολικής εγχώριας παραγωγής τσιπούρας – λαβρακίου αυξήθηκε τη διετία 2017-2018 με μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 6%, μετά από μία οκταετία συνεχούς (σχεδόν) μείωσης.
Η τσιπούρα κάλυψε περίπου το 57% της εγχώριας παραγωγής τη διετία 2017-2018 και το λαβράκι το υπόλοιπο 43%, ενώ οι εξαγόμενες ποσότητες τσιπούρας και λαβρακίου κάλυψαν το 78%-80% της συνολικής εγχώριας παραγωγής τα τελευταία έτη, με την Ιταλία να αποτελεί διαχρονικά την κυριότερη χώρα προορισμού των εξεταζόμενων προϊόντων (45% των συνολικών εξαγωγών).


































