Του Βασίλη Ταλαμάγκα
Το εμπάργκο Τραμπ στην Κούβα δεν φαίνεται να κάμπτει την ανθεκτικότητα των Κουβανών που έχουν μάθει διαχρονικά να αντιστέκονται. Ο λεγόμενος «ασφυκτικός αποκλεισμός» ως εργαλείο πίεσης για την πολιτική αλλαγή δείχνει να αποτυγχάνει, για έναν λαό που έχει επιβιώσει δεκαετίες υπό κυρώσεις.
Τι πραγματικά επιδιώκει να πετύχει ο Ντόναλντ Τραμπ με τον οικονομικό αποκλεισμό της Κούβας και την πολιτική που ασκεί απέναντί της; Το ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνο στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, αλλά και σε μια βαθύτερη σύγκρουση δύο διαφορετικών ιστορικών και ιδεολογικών κόσμων. Από τη μία πλευρά, η Ουάσιγκτον επιδιώκει διαχρονικά να επηρεάσει, αν όχι να ελέγξει, την πορεία της Κούβας. Από την άλλη, το νησί διατηρεί μια ισχυρή εθνική ταυτότητα, θεμελιωμένη στην αντίσταση και στην ανεξαρτησία.
Η πολιτική του Τραμπ απέναντι στην Κούβα αποτελεί επιστροφή σε μια πιο σκληρή γραμμή σε σχέση με την περίοδο του Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος είχε επιχειρήσει μια ιστορική προσέγγιση και επαναπροσδιορισμό των διμερών σχέσεων. Ο Τραμπ, αντλώντας στήριξη από αντικουβανικές κοινότητες, ιδιαίτερα στη Φλόριντα, επανάφερε περιορισμούς στα ταξίδια, στις οικονομικές συναλλαγές και ενίσχυσε τον οικονομικό αποκλεισμό του νησιού.
Ο λεγόμενος «ασφυκτικός αποκλεισμός» δεν είναι απλώς μια οικονομική πολιτική. Είναι εργαλείο πίεσης με στόχο την πολιτική αλλαγή. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά του παραμένει αμφισβητούμενη. Η Κούβα έχει επιβιώσει δεκαετίες υπό κυρώσεις, αξιοποιώντας τόσο διεθνείς συμμαχίες όσο και την εσωτερική συνοχή της κοινωνίας της. Η ιστορική μνήμη της Επανάστασης του 1959, υπό την ηγεσία του Φιντέλ Κάστρο, εξακολουθεί να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την εθνική αντίσταση.
Αυτό που συχνά παραβλέπεται είναι ότι η πολιτική πίεσης ενισχύει αντί να αποδυναμώνει το αφήγημα της κουβανικής κυβέρνησης περί εξωτερικής απειλής. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η εθνική κυριαρχία μετατρέπεται σε σύμβολο επιβίωσης. Οι οικονομικές δυσκολίες αποδίδονται στον αποκλεισμό, ενώ η εσωτερική συνοχή ενισχύεται μέσα από την αίσθηση πολιορκίας.
Από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, η στρατηγική Τραμπ είχε και εσωτερικές πολιτικές διαστάσεις. Η σκληρή στάση απέναντι στην Κούβα λειτουργούσε ως μήνυμα αποφασιστικότητας και ιδεολογικής καθαρότητας, ιδιαίτερα προς ψηφοφόρους που αντιτίθενται στον σοσιαλισμό. Παράλληλα, εντασσόταν σε μια ευρύτερη προσέγγιση εξωτερικής πολιτικής που βασίζεται στην πίεση και στις μονομερείς ενέργειες.
Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πιο σύνθετη. Η Κούβα δεν είναι απλώς ένα μικρό νησί υπό πίεση. Είναι ένα κράτος με βαθιές πολιτισμικές ρίζες, ισχυρή εθνική συνείδηση και εμπειρία στην αντιμετώπιση εξωτερικών απειλών. Η επιμονή της να διατηρεί τον έλεγχο των φυσικών και οικονομικών της πόρων αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτικής της ταυτότητας.
Επιπλέον, η διεθνής σκηνή έχει αλλάξει. Η Κούβα δεν είναι απομονωμένη όπως στο παρελθόν. Διατηρεί σχέσεις με χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Ευρώπης και της Ασίας, γεγονός που περιορίζει την αποτελεσματικότητα των αμερικανικών κυρώσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική Τραμπ μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια αναβίωσης μιας παλιάς στρατηγικής παρά με προσαρμογή στις σύγχρονες γεωπολιτικές συνθήκες.
Τελικά, η σύγκρουση μεταξύ της αμερικανικής πίεσης και της κουβανικής αντίστασης δεν είναι μόνο ζήτημα πολιτικής. Είναι σύγκρουση Ιστοριών, ταυτοτήτων και αντιλήψεων για την κυριαρχία. Ο Τραμπ μπορεί να επιδίωξε να κάμψει την Κούβα μέσω οικονομικής ασφυξίας, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα έθνος που έχει μάθει να επιβιώνει υπό πίεση, παρά τη φτώχεια που ταλαιπωρεί το νησί.
Ίσως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τι θέλει να κάνει ο Τραμπ με την Κούβα, αλλά αν οποιαδήποτε εξωτερική δύναμη μπορεί πράγματι να αλλάξει την πορεία ενός λαού που έχει επιλέξει να υπερασπίζεται αδιαπραγμάτευτα την ανεξαρτησία του.






































