Γράφει ο Βασίλης Ταλαμάγκας
Οι θριαμβολογίες της κυβέρνησης για την αύξηση του κατώτατου μισθού με περίπου 40 ευρώ μεικτά είναι μια πρόκληση για την ομάδα των πολιτών που μετρούν και το τελευταίο σεντς του ευρώ.
Η ανακοίνωση της αύξησης του κατώτατου μισθού αποτελεί αναμφίβολα μια θετική εξέλιξη για χιλιάδες εργαζόμενους που βρίσκονται στο χαμηλότερο μισθολογικό επίπεδο. Σε μια περίοδο που το κόστος ζωής παραμένει υψηλό και η καθημερινότητα γίνεται ολοένα και πιο πιεστική, ακόμη και μια μικρή ενίσχυση μπορεί να λειτουργήσει ανακουφιστικά. Ωστόσο, η πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες δεν επιτρέπει εύκολους πανηγυρισμούς και σίγουρα όχι στον βαθμό που επιχειρείται αυτό από την κυβέρνηση.
Η αύξηση των περίπου 40 ευρώ τον μήνα δύσκολα μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την οικονομική κατάσταση ενός νοικοκυριού που ήδη δοκιμάζεται. Για έναν εργαζόμενο που καλείται να καλύψει ενοίκιο, λογαριασμούς ενέργειας, βασικά είδη διατροφής και μετακινήσεις, το συγκεκριμένο ποσό εξανεμίζεται σχεδόν άμεσα. Δεν δημιουργεί αποταμίευση, δεν προσφέρει αίσθημα ασφάλειας, ούτε αποκαθιστά τις απώλειες των προηγούμενων ετών από την ακρίβεια.
Η καθημερινότητα των χαμηλόμισθων εργαζομένων δεν χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία, αλλά από διαρκή αγωνία. Το καλάθι του νοικοκυριού παραμένει ακριβό, τα ενοίκια σε πολλές περιοχές έχουν εκτοξευτεί και οι λογαριασμοί ενέργειας συνεχίζουν να πιέζουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν αρκεί για να αντιστρέψει την κατάσταση, αλλά λειτουργεί περισσότερο ως μια μικρή «ανάσα» παρά ως ουσιαστική λύση.
Επιπλέον, η υπερβολική προβολή της αύξησης ενδέχεται να φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο. Αντί να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, εντείνει το αίσθημα απόστασης μεταξύ κυβέρνησης και κοινωνίας. Οι πολίτες δεν αξιολογούν τις πολιτικές μόνο με βάση τους αριθμούς, αλλά και με βάση πώς αυτές αντανακλούν την πραγματική τους ζωή. Όταν η πολιτική αφήγηση δεν συμβαδίζει με την εμπειρία της καθημερινότητας, δημιουργείται δυσπιστία.
Αυτό που απαιτείται είναι μεγαλύτερη ειλικρίνεια και μετριοπάθεια στον δημόσιο λόγο. Η κυβέρνηση θα μπορούσε να αναγνωρίσει ότι πρόκειται για ένα μικρό, αλλά αναγκαίο βήμα και όχι για μια θεαματική τομή. Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν πιο κοντά στην αλήθεια και πιθανότατα πιο αποδεκτή από την κοινωνία. Οι πολίτες δεν ζητούν θαύματα, αλλά ρεαλισμό και κατανόηση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν.
Οι περισσότεροι μη στρατευμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν δικαιολογεί πανηγυρισμούς. Αντιθέτως, η υπερβολική προβολή της μετατρέπει μια θετική εξέλιξη σε σημείο κοινωνικής έντασης. Σε μια περίοδο που οι αντοχές των πολιτών δοκιμάζονται, η σοβαρότητα και η ενσυναίσθηση στον πολιτικό λόγο είναι πιο απαραίτητες από ποτέ.




































