Ένα βήμα μπρος και δύο πίσω στις ρωσοαμερικανικές θέσεις, με την ένταση να φουντώνει εκ νέου με αφορμή, αυτή τη φορά, την υπόθεση Σκριπάλ, του ρώσου πρώην πράκτορα που δηλητηριάστηκε (μαζί με την κόρη του) με νευροτοξικό παράγοντα στην Αγγλία.
Χθες οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν ότι προχωρούν σε νέες κυρώσεις κατά της Ρωσίας, αναγνωρίζοντας έτσι δημοσίως την ενοχή της Μόσχας για την επίθεση, όπως άλλωστε ισχυριζόταν από την πρώτη στιγμή το Λονδίνο. Οι νέες κυρώσεις που θα περιλαμβάνουν την απαγόρευση άδειας εξαγωγών συγκεκριμένων προϊόντων (κυρίως τεχνολογικών) θα τεθούν σε ισχύ από τις 22 Αυγούστου. Εντονότατη ήταν σήμερα η αντίδραση της ρωσικής πλευράς, που επιμένει να αρνείται την ενοχή της και να ζητά ουδέτερη και ανοιχτή έρευνα της υπόθεσης.
Παρακάμπτοντας την ίδια την ουσία της υπόθεσης Σκριπάλ, η εξέλιξη φωτίζει για μια ακόμη φορά το εσωτερικό ρήγμα στην αμερικανική πολιτική σκηνή. Ένα ρήγμα που και η ίδια η ρωσική πλευρά επεσήμανε στην περίφημη σύνοδο Τραμπ-Πούτιν, τον περασμένο μήνα. Με την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία δημιουργήθηκαν… δύο Αμερικές, η Αμερική του παλιού συντηρητικού κατεστημένου που εξακολουθεί να βλέπει τη Ρωσία ως αντίπαλο και εχθρό και η Αμερική του κυρίου Τραμπ που βλέπει την ανερχόμενη κινεζική μηχανή ως πιο επικίνδυνη πολιτικά και οικονομικά και θεωρεί ότι ο κόσμος ήταν ασφαλέστερος και καλύτερα… τακτοποιημένος, όταν οι δύο παραδοσιακές υπερδυνάμεις είχαν χωρίσει τις σφαίρες επιρροής μεταξύ τους και σέβονταν η κάθε μία τα όρια της άλλης.
Πραγματικά, με την έναρξη της προεδρίας του, ο κ. Τραμπ έβαλε ψηλά στις προτεραιότητες του την επαναπροσέγγιση με τη Μόσχα. Όμως, τα εμπόδια που του έβαλε το κατεστημένο, μέσα από το Κογκρέσο, και με την έρευνα για τη ρωσική παρέμβαση στις αμερικανικές εκλογές και τη νίκη Τραμπ να τρέχει με γοργούς ρυθμούς, τα σχέδια του δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κατ’ιδίαν συνάντηση του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν στο Ελσίνκι ήρθε με σχεδόν ένα χρόνο καθυστέρηση και προκάλεσε τόσες αντιδράσεις στο εσωτερικό, που και πάλι δεν είναι βέβαιο αν το φιλόδοξο reboot στις διμερείς σχέσεις που ανακοίνωσαν οι δύο άντρες θα έχει πραγματικό αντίκτυπο.
Οι κυρώσεις για την υπόθεση Σκριπάλ είναι η καλύτερη απόδειξη γι’ αυτό. Υψηλόβαθμοι ρεπουμπλικάνοι του Κογκρέσου έσπευσαν να εκφράσουν την ικανοποίηση τους για την απόφαση. Αντιθέτως, αξιωματούχοι του Στέιτ Ντιπάτμεντ υποχρεώθηκαν να αρνηθούν πληροφορίες που μετέδωσαν αμερικανικές εφημερίδες, σύμφωνα με τις οποίες ο ίδιος ο Τραμπ είχε ενστάσεις για τα μέτρα κατά της Ρωσίας, αλλά υποχρεώθηκε να δώσει απρόθυμα τη συναίνεση του λόγω του όγκου των επιβαρυντικών αποδείξεων που είχαν συγκεντρωθεί. Αποδείξεις που πιθανότατα θα είχαν κυκλοφορήσει στα υψηλά κυβερνητικά κλιμάκια και τους επικεφαλής των αρμόδιων επιτροπών της Βουλής και της Γερουσίας.
Σημειωτέον δε, ότι και η στρατηγική σύμμαχος Βρετανία έχει επίσης κατηγορήσει ευθέως τη Ρωσία για την επίθεση στον Σκριπάλ και έχει υιοθετήσει κυρώσεις εναντίον της, ισχυριζόμενη ότι έχει αδιάσειστες αποδείξεις για την εμπλοκή ρωσικών πρακτόρων και έχει συμπαρασύρει πολλές ακόμη ευρωπαϊκές χώρες στη λήψη διπλωματικών μέτρων κατά της Μόσχας (κυρίως απέλαση διπλωματών). Οι Βρετανοί λοιπόν περίμεναν και θεωρούσαν δεδομένο ότι οι Αμερικανοί θα τους στηρίξουν, σε μια επίθεση που, άλλωστε, έλαβε προκλητικά χώρα στο έδαφος τους. Ο παράγοντας αυτός ήταν πιθανότατα καθοριστικός για τη θετική εισήγηση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ προς τον Λευκό Οίκο για τη δρομολόγηση των κυρώσεων. Όμως, το ερώτημα για τους Ρώσους παραμένει: με ποια Αμερική θα πρέπει να συνομιλούν και ποια έχουν, τελικά, να αντιμετωπίσουν.






































