Κάνουν ευκολότερη την παραγραφή ποινικών εγκλημάτων φοροδιαφυγής!

0 17

Διάταξη-βόμβα με την οποία καθίσταται ευκολότερη η παραγραφή ποινικών εγκλημάτων φοροδιαφυγής συμπεριέλαβε το υπουργείο Οικονομικών στο πολυνομοσχέδιο το οποίο κατατέθηκε την Τετάρτη το βράδυ στη Βουλή.

Πρόκειται για τη διάταξη του άρθρου 134 του πολυνομοσχεδίου, η οποία προβλέπει ότι η παραγραφή των εγκλημάτων της φοροδιαφυγής αρχίζει από το πέρας του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου η φορολογική Διοίκηση μπορεί να εκδώσει πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εκτός κι αν έχει ήδη εκδοθεί τέτοια πράξη, οπότε η παραγραφή των ως άνω εγκλημάτων αρχίζει από την έκδοση της πράξης αυτής.

Η νέα αυτή διάταξη, η οποία ευνοεί όσους διαπράττουν ποινικά αδικήματα φοροδιαφυγής, θα εφαρμόζεται – σύμφωνα με τα όσα διευκρινίζονται στο εν λόγω άρθρο – στα εγκλήματα που τελούνται μετά την έναρξη ισχύος του υπό ψήφιση νόμου.

Βάσει, ειδικότερα, της διάταξης αυτής, η πενταετής περίοδος παραγραφής των πλημμελημάτων φοροδιαφυγής και η δεκαπενταετής περίοδος παραγραφής των κακουργημάτων φοροδιαφυγής θα αρχίζει πλέον να «τρέχει» από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού επιβολής φόρου από την αρμόδια φορολογική αρχή.

Δηλαδή η παραγραφή του ποινικού αδικήματος της φοροδιαφυγής δεν θα αναστέλλεται μέχρι η υπόθεση να περαιωθεί διοικητικά, είτε με απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων είτε με οριστική και αμετάκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως γίνεται σήμερα.

Πολλές φορές όμως, η έκδοση οριστικών αποφάσεων από τα διοικητικά δικαστήρια ή το Σ.τ.Ε. απαιτεί χρόνο μεγαλύτερο από τον χρόνο παραγραφής των πέντε ετών για τα πλημμελήματα ή ακόμη και των δεκαπέντε ετών για τα κακουργήματα, οπότε η παραγραφή των ποινικών αδικημάτων φοροδιαφυγής θα είναι πλέον πολύ πιο εύκολο να επέλθει.

Στην αιτιολογική έκθεση του άρθρου 134 αναφέρονται τα εξής:

1) Τα άρθρα 32 και 96 του ν. 4745/2020, των οποίων η ισχύς καταλαμβάνει όσα αδικήματα φοροδιαφυγής τελούνται από την ψήφιση του ν. 4745/2020 και εντεύθεν, δηλαδή από 6 Νοεμβρίου 2020 και μετά «προβλέπουν ότι εφόσον εκδοθεί εκτελεστή πράξη της φορολογικής αρχής σχετική με την παράβαση της φοροδιαφυγής, η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας και η παραγραφή του αντίστοιχου ποινικού αδικήματος αναστέλλονται μέχρι την οριστικοποίηση της διοικητικής πράξης λόγω μη άσκησης προσφυγής ή μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης των διοικητικών δικαστηρίων επί της προσφυγής».

Με τις ρυθμίσεις αυτές, οι οποίες ισχύουν αυτή τη στιγμή «διασφαλίζεται ότι πριν να επιληφθεί ο ποινικός δικαστής θα έχει προηγηθεί η κρίση του διοικητικού δικαστή που είναι κατά το Σύνταγμα ο «φυσικός» δικαστής για τις φορολογικές διαφορές. Επιπλέον διασφαλίζεται ότι δεν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος δεδομένου ότι το χρονικό διάστημα της παραγραφής αναστέλλεται για όσο καιρό εκκρεμεί η υπόθεση ενώπιον της διοικήσεως ή των διοικητικών δικαστηρίων».

2) Εντούτοις, η φορολογική αρχή που είναι καθ’ ύλην αρμόδια για τη διαπίστωση της φοροδιαφυγής ελέγχει, λόγω του μεγάλου φόρτου εργασίας, τις σχετικές υποθέσεις με καθυστέρηση και, συνήθως, στα χρονικά όρια που θέτει το άρθρο 36 του ν. 4174/2013 (σ.σ. πολύ κοντά στο τέλος της πενταετούς ή δεκαετούς ή δεκαπενταετούς περιόδου παραγραφής των υποθέσεων), με αποτέλεσμα να υπάρχει ο κίνδυνος η έκδοση της σχετικής διοικητικής πράξης, που θα αναστείλει την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας και την παραγραφή του ποινικού αδικήματος της φοροδιαφυγής, να εκδοθεί στα όρια της πενταετούς παραγραφής που θέτει ο ποινικός κώδικας για τα πλημμελήματα (για τα κακουργήματα δεν τίθεται ζήτημα καθώς ο χρόνος παραγραφής τους ξεπερνά κατά πολύ το απώτατο χρονικό διάστημα εντός του οποίου η φορολογική αρχή δικαιούται να εκδώσει την σχετική εκτελεστή διοικητική πράξη).

Προκειμένου λοιπόν να μην αναγκαστεί η φορολογική αρχή να επισπεύσει την διαδικασία ελέγχου των σχετικών υποθέσεων, ανατρέποντας έτσι τον εν γένει προγραμματισμό της αλλά και, παράλληλα, να μην είναι τα σχετικά ποινικά αδικήματα, κατ’ ουσίαν, απαράγραπτα, όπως συνέβαινε με τις προϊσχύουσες ρυθμίσεις, εισάγεται προς ψήφιση η προτεινόμενη ρύθμιση.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More