Η κυβέρνηση της Βραζιλίας εξετάζει το ενδεχόμενο να απαντήσει με ανταποδοτικούς δασμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά την απόφαση της Ουάσιγκτον να επιβάλει επιπλέον επιβαρύνσεις σε βραζιλιάνικα προϊόντα. Ο πρόεδρος Λουίς Ινάσιου Λούλα ντα Σίλβα ζήτησε από τις αρμόδιες υπηρεσίες να καταρτίσουν μελέτη για τις οικονομικές συνέπειες ενδεχόμενων αντίμετρων, δεδομένου ότι οι αμερικανικοί δασμοί φθάνουν το 50%.
Συμβουλευτικός φορέας για τις εξαγωγές, στον οποίο συμμετέχουν υπουργεία και επιχειρηματικοί εκπρόσωποι, καλείται εντός του επόμενου μήνα να αποφανθεί αν οι αμερικανικές αποφάσεις εμπίπτουν στον νόμο περί «οικονομικής αμοιβαιότητας» που υιοθετήθηκε τον περασμένο Απρίλιο. Εφόσον αυτό επιβεβαιωθεί, ειδική επιτροπή θα υποβάλει προτάσεις για την επιβολή αντίμετρων.
Παράλληλα, η κυβέρνηση του Λούλα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνέχισης των διαβουλεύσεων με τις ΗΠΑ, με τον αντιπρόεδρο Ζεράλντου Άλκμιν να εκφράζει την ελπίδα ότι θα επιταχυνθεί η διαδικασία διαλόγου. Ωστόσο, η ένταση στις διμερείς σχέσεις είναι εμφανής, καθώς τα πρόσθετα μέτρα ισχύουν από τις 6 Αυγούστου, επιδεινώνοντας το κλίμα ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Η Βραζιλία έχει ήδη προσφύγει στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, αμφισβητώντας τη νομιμότητα των δασμών. Ιδιαίτερο βάρος προσδίδει το γεγονός ότι, σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες που βρέθηκαν αντιμέτωπες με αντίστοιχες αμερικανικές επιβαρύνσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν εμπορικό πλεόνασμα έναντι της Βραζιλίας, με βασικές εξαγωγές προς τη λατινοαμερικανική χώρα μηχανήματα, καύσιμα και βιομηχανικό εξοπλισμό.
Η αμερικανική πλευρά αποδίδει τα μέτρα σε πολιτικούς λόγους που συνδέονται με τη δικαστική διαδικασία εναντίον του πρώην προέδρου Ζαΐχ Μπολσονάρου, ο οποίος κατηγορείται για απόπειρα πραξικοπήματος. Ο πρώην ακροδεξιός ηγέτης, σε κατ’ οίκον περιορισμό, υποστηρίζει ότι υφίσταται πολιτική δίωξη. Η δίκη του αναμένεται να συνεχιστεί τον Σεπτέμβριο και, σε περίπτωση καταδίκης, αντιμετωπίζει ποινή κάθειρξης που μπορεί να ξεπεράσει τις τέσσερις δεκαετίες.




































