Αντιδράσεις για τη ρητορική περί «τοξικότητας».
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, τόσο με την κυριακάτική ανάρτησή του όσο και με την τοποθέτησή του στη Βουλή, επέλεξε -σύμφωνα με την κριτική που του ασκείται- να διατηρήσει ένα κλίμα έντασης και πόλωσης, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη ρητορική περί «τοξικότητας» και «δολοφόνων χαρακτήρων».
Στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης βρέθηκε η αναφορά στην υπόθεση του Γιώργου Μυλωνάκη, η οποία, όπως επισημαίνεται, χρησιμοποιείται από το Μέγαρο Μαξίμου σαν εργαλείο μετατόπισης της δημόσιας συζήτησης από τις εξελίξεις γύρω από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις εσωκομματικές αναταράξεις που ακολούθησαν.
Η συγκεκριμένη επιλογή ερμηνεύεται από πολιτικούς αναλυτές ως προσπάθεια αλλαγής της ατζέντας μέσω της επίκλησης συναισθηματικών και ηθικών διλημμάτων, με στόχο τη συσπείρωση της κοινής γνώμης. Παράλληλα, ασκείται κριτική ότι τέτοιου είδους παρεμβάσεις ενδέχεται να λειτουργούν ως προοίμιο για ευρύτερες παρεμβάσεις στο πεδίο της ενημέρωσης και του δημόσιου λόγου.
Στην ανάρτησή του ο πρωθυπουργός έκανε λόγο για «κανονικοποίηση της τοξικότητας» και για «εκτόξευση αβάσιμων κατηγοριών», καταγγέλλοντας πρακτικές στοχοποίησης που όπως ανέφερε προέρχονται από συγκεκριμένα Μέσα και ανώνυμα προφίλ στο Διαδίκτυο. Παράλληλα, άσκησε κριτική σε πολιτικούς του αντιπάλους για την αναπαραγωγή αυτών των αφηγήσεων.
«Απαιτείται τώρα, περισσότερο από ποτέ, ένα αρραγές μέτωπο απέναντι στο φαινόμενο αυτό», σημείωσε χαρακτηριστικά, με τη συγκεκριμένη αποστροφή να προκαλεί ποικίλες ερμηνείες και συζητήσεις για το εύρος και την κατεύθυνση μιας τέτοιας πολιτικής στάσης στο δημόσιο πεδίο.




































