Η πιθανή αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς σε καθεστώς ανεπτυγμένης συνεπάγεται ουσιαστικές αλλαγές στη σύνθεση των διεθνών δεικτών και στις επενδυτικές ροές, με σαφείς κερδισμένους και συγκεκριμένα όρια.
Σε σενάριο μετάβασης, 20 από τις 25 μετοχές που συμμετέχουν σήμερα στον βασικό δείκτη πληρούν τα κριτήρια ένταξης, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 80% του συνόλου. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει τη βελτίωση της αγοράς σε όρους μεγέθους, ρευστότητας και διασποράς.
Κεντρικό ρόλο διατηρούν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, οι οποίες συγκεντρώνουν σχεδόν τα δύο τρίτα του συνολικού βάρους του δείκτη, επιβεβαιώνοντας τον τραπεζοκεντρικό χαρακτήρα της αγοράς.
Παράλληλα, επιλέξιμες εμφανίζονται εταιρείες από ενέργεια, υποδομές, βιομηχανία και κατανάλωση, γεγονός που δείχνει διεύρυνση της βάσης των τίτλων που μπορούν να σταθούν σε περιβάλλον ανεπτυγμένων αγορών.
Αντίθετα, πέντε εισηγμένες δεν καλύπτουν τα απαιτούμενα τεχνικά όρια, χωρίς αυτό να συνιστά αξιολόγηση των θεμελιωδών τους.
Σε επίπεδο διεθνών δεικτών, η ελληνική αγορά θα αποκτούσε περιορισμένη αλλά μετρήσιμη παρουσία, με εκτιμώμενο βάρος περίπου 0,36% στον ευρωπαϊκό δείκτη και κοντά στο 0,06% στον παγκόσμιο, με τις ροές να κατευθύνονται κυρίως στους λίγους τίτλους υψηλής κεφαλαιοποίησης.



































