Γράφει ο Λάμπρος Παπαδής
Μόνο οργή προκαλεί στην κοινωνία η αποστροφή «λυπάμαι και θυμώνω για την ακρίβεια» του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Συνέδριο της Ν.Δ., γιατί η δουλειά ενός πρωθυπουργού δεν είναι ούτε να λυπάται ούτε να θυμώνει. Είναι να δίνει λύσεις στα προβλήματα και να μην αφήνει τους πολίτες έρμαια στις ορέξεις όσων αισχροκερδούν σε βάρος τους.
Στο σκηνικό αποθέωσης που στήθηκε στο Metropolitan Expo για το 16ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπάθησε να παρουσιάσει μια Ελλάδα που μόνο οι κομματικοί του χειροκροτητές φαίνεται να αναγνωρίζουν. Με συνθήματα περί «Ελλάδας του 2030», με αναφορές στην ανάπτυξη και με πανηγυρικές διακηρύξεις για τρίτη τετραετία, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να χτίσει ξανά το γνώριμο success story μιας κυβέρνησης που επιμένει να μιλά για επιτυχίες, την ώρα που η κοινωνία βιώνει μια από τις πιο δύσκολες περιόδους των τελευταίων ετών.
Μόνο που έξω από τα φώτα του Συνεδρίου υπάρχει μια κοινωνία που στενάζει, μια αγορά που καταρρέει και πολίτες που βλέπουν το εισόδημά τους να εξαφανίζεται πριν να τελειώσει ο μήνας.
Το κλίμα μέσα στο Συνέδριο θύμιζε περισσότερο επικοινωνιακή φιέστα αυτοεπιβεβαίωσης παρά πολιτική διαδικασία απολογισμού. Στελέχη, υπουργοί και κομματικοί μηχανισμοί επιδόθηκαν σε ένα οργανωμένο αφήγημα θριάμβου, επιχειρώντας να πείσουν ότι η χώρα βαδίζει προς μια νέα εποχή ευημερίας. Ωστόσο, η εικόνα που βιώνουν καθημερινά χιλιάδες νοικοκυριά απέχει δραματικά από τις κυβερνητικές περιγραφές.
Η πραγματική οικονομία ασφυκτιά, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δίνουν μάχη επιβίωσης και η κοινωνική δυσαρέσκεια μεγαλώνει με ταχύτητα που το Μέγαρο Μαξίμου δείχνει να υποτιμά.
«Είμαστε αποφασισμένοι να πάμε μαζί για την Ελλάδα του 2030», είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Το ερώτημα είναι ποιοι είναι αυτό το «μαζί». Γιατί η Ελλάδα των λίγων και ισχυρών πράγματι ευημερεί. Οι τράπεζες ανακοινώνουν υπερκέρδη, οι ενεργειακοί όμιλοι θησαυρίζουν και οι μεγάλες επιχειρήσεις καταγράφουν ιστορικά έσοδα. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα της εργασίας, των χαμηλόμισθων, των συνταξιούχων και των μικρομεσαίων βυθίζεται καθημερινά στην απόγνωση της ακρίβειας.
Και μέσα σε αυτή την ασφυκτική πραγματικότητα, ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναγκάστηκε να παραδεχτεί την κοινωνική καταστροφή που έχει προκαλέσει η πολιτική του. «Λυπάμαι και θυμώνω βλέποντας την ακρίβεια να ροκανίζει το εισόδημα», δήλωσε. Μόνο που οι πολίτες δεν χρειάζονται τη λύπηση του κ. Μητσοτάκη. Χρειάζονται πολιτικές που να σταματούν τη λεηλασία της καθημερινότητάς τους. Γιατί η ακρίβεια δεν εμφανίστηκε ως φυσικό φαινόμενο. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. Είναι το τίμημα μιας κυβέρνησης που άφησε ανεξέλεγκτα τα καρτέλ, που επέτρεψε στην αγορά ενέργειας να λειτουργεί σαν πεδίο κερδοσκοπίας και που αντιμετώπισε την κοινωνία σαν στατιστικό μέγεθος.
Οι αριθμοί δεν μπορούν να αποκρύψουν τη σκληρή πραγματικότητα. Η ανάπτυξη που παρουσιάζεται ως εθνικό επίτευγμα δεν φτάνει ποτέ στον μέσο πολίτη. Αντιθέτως, η καθημερινότητα γίνεται ολοένα και πιο ασήκωτη. Το κόστος στέγασης έχει εκτοξευθεί, οι λογαριασμοί ενέργειας εξακολουθούν να πιέζουν ασφυκτικά τα νοικοκυριά και οι τιμές στα βασικά αγαθά παραμένουν σε επίπεδα που εξαντλούν ακόμα και οικογένειες με δύο εισοδήματα.
Ο πρωθυπουργός μίλησε για «μειώσεις φόρων» και «μόνιμες αυξήσεις αποδοχών». Πρόκειται για την πιο κυνική ομολογία αποτυχίας. Έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, παραδέχεται ότι οι πολίτες εξακολουθούν να μην μπορούν να ζήσουν αξιοπρεπώς. Οι μισθοί εξανεμίζονται μέσα σε λίγες ημέρες, τα ενοίκια έχουν μετατραπεί σε εφιάλτη και το καλάθι του σούπερ μάρκετ εξελίσσεται σε καθημερινή δοκιμασία επιβίωσης.
Και ενώ η κοινωνία γονατίζει, στο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας κυριάρχησε η αλαζονεία της εξουσίας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίστηκε σαν να κυβερνά μια χώρα ευημερίας και όχι μια κοινωνία εξαντλημένη από την ακρίβεια, την ανασφάλεια και τη διαρκή οικονομική πίεση. Η πραγματικότητα, όμως, δεν κρύβεται πίσω από χειροκροτήματα συνεδρίων και επικοινωνιακές φιέστες. Και όσο το Μαξίμου επιμένει να πανηγυρίζει πάνω στα ερείπια της καθημερινότητας των πολιτών τόσο θα μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στην κυβερνητική προπαγάνδα και στην κοινωνική οργή.




































