Ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε για ακόμη μία φορά στους γνωστούς λεονταρισμούς του απέναντι στο Ιράν, δείχνοντας πως η πολιτική του απέναντι στην Τεχεράνη παραμένει σταθερά η ίδια: πίεση, απειλές και δημόσιες δηλώσεις που περισσότερο θυμίζουν επίδειξη ισχύος παρά σοβαρή διπλωματία.
Μόλις πριν από λίγο καιρό εμφανιζόταν πρόθυμος να μιλήσει για εκεχειρία και αποκλιμάκωση, αφήνοντας να εννοηθεί πως υπήρχε περιθώριο για συμφωνία και πολιτική διέξοδο. Τώρα, όμως, η ρητορική αλλάζει ξανά και επιστρέφει στο γνώριμο σκηνικό της έντασης.
Η δήλωσή του πως από το Ιράν «δεν θα απομείνει τίποτα» αν δεν υπάρξει άμεση συμφωνία με τις ΗΠΑ δείχνει ακριβώς αυτή την αντίφαση. Από τη μία θέλει να εμφανίζεται ως ο ηγέτης που μπορεί να φέρει την ειρήνη και από την άλλη επενδύει στον φόβο και στην απειλή ολοκληρωτικής καταστροφής.
Δεν είναι κάτι καινούργιο. Ο Τραμπ έχει χτίσει πολιτικά αυτή την εικόνα: ανεβάζει τους τόνους, προκαλεί διεθνή ανησυχία και στη συνέχεια παρουσιάζεται ως ο μόνος που μπορεί να διαχειριστεί την κρίση που ο ίδιος φούντωσε.
Το ζήτημα είναι πως η Μέση Ανατολή δεν αντέχει άλλες επικοινωνιακές παραστάσεις. Η ένταση γύρω από τις πυρηνικές εγκαταστάσεις, οι επιθέσεις με drones, οι απειλές για χτυπήματα σε πετρελαϊκές υποδομές και η άνοδος στις τιμές του πετρελαίου δείχνουν πως η κατάσταση είναι ήδη οριακή.
Και όμως, το έργο παραμένει ίδιο. Ο Τραμπ απειλεί, η Τεχεράνη απαντά, οι αγορές αντιδρούν και ολόκληρη η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί ξανά την ίδια σκηνή.
Η διαφορά είναι πως αυτή τη φορά δεν πρόκειται απλώς για σκληρή προεκλογική ρητορική. Κάθε λέξη μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική σύγκρουση, με συνέπειες που δεν θα περιοριστούν μόνο στην περιοχή.
Για ακόμη μία φορά, λοιπόν, οι θεατές βλέπουν το ίδιο έργο: μεγάλες κουβέντες, απειλές και μια ειρήνη που συνεχώς αναβάλλεται.






































