Η δολοφονία του Τσάρλι Κερκ δεν είναι «κεραυνός εν αιθρία». Είναι το φυσικό επακόλουθο μιας κοινωνίας που έχει αναγάγει την οπλοκατοχή σε ιερό δόγμα και τη βία σε «παράπλευρο κόστος» της ελευθερίας. Ο ίδιος ο Κερκ –ένα παιδί-θαύμα της ακροδεξιάς Αμερικής, φανατικός υπέρμαχος της Δεύτερης Τροπολογίας– είχε δηλώσει κυνικά ότι «αξίζει να πληρώνουμε το τίμημα με κάποιους θανάτους από όπλα κάθε χρόνο». Και η μοίρα, με τη σκληρή της ειρωνεία, τον διέψευσε με τον πιο αιματηρό τρόπο.
Η Αμερική σήμερα είναι μια χώρα εγκλωβισμένη σε μια αυτοκαταστροφική κανονικότητα. Κάθε μακελειό, κάθε σχολείο που βάφεται με αίμα, κάθε πανεπιστημιακό αμφιθέατρο που μετατρέπεται σε πεδίο εκτέλεσης, αντιμετωπίζεται με την ίδια φράση-κλισέ: «σκέψεις και προσευχές». Κι όμως, τίποτα δεν αλλάζει. Αντίθετα, οι πολιτικοί που όφειλαν να προστατεύσουν τους πολίτες συνεχίζουν να λογοδοτούν όχι σε αυτούς, αλλά στη βιομηχανία όπλων και στις ακραίες φωνές που έχουν κάνει την κουλτούρα της βίας πολιτική ταυτότητα.
Ο Τσάρλι Κερκ υπήρξε το πρόσωπο μιας γενιάς που μεγάλωσε με θεωρίες συνωμοσίας, μισαλλοδοξία και ψευδοπατριωτισμό. Ένας άνθρωπος που θεωρούσε «λογικό τίμημα» τους νεκρούς από όπλα, που χλεύαζε την επιστήμη, που έβρισκε στην πολιτική μίσους το εισιτήριο για φήμη και δύναμη. Δεν είναι τυχαίο ότι βρήκε πρόσφορο έδαφος σε μια χώρα όπου η ανθρώπινη ζωή ζυγίζεται πιο ελαφριά από το δικαίωμα στην κατοχή ενός AR-15.
Η ειρωνεία είναι σκληρή αλλά αναπόφευκτη: ο άνθρωπος που υπερασπιζόταν με πάθος την οπλοκατοχή έπεσε θύμα της. Δεν είναι όμως μόνο η δική του ιστορία που μετρά. Είναι η ιστορία μιας ολόκληρης κοινωνίας που συνεχίζει να θυσιάζει νέους, παιδιά, οικογένειες στο βωμό ενός ψευδεπίγραφου «δικαιώματος». Μιας κοινωνίας που δείχνει ανίκανη να σπάσει τον φαύλο κύκλο του αίματος.
Αν κάτι απομένει από τον θάνατο του Κερκ, δεν είναι η προσωπική του τραγωδία αλλά το αμείλικτο ερώτημα: πόσοι ακόμη πρέπει να πεθάνουν για να καταλάβει η Αμερική ότι η λατρεία στα όπλα δεν είναι ελευθερία – είναι θανατική καταδίκη;






































