Να κλάψω; Να ουρλιάξω; Να μείνω άφωνος, χωρίς μορφασμούς που θα μαρτυρήσουν κάτι; Να γράψω; Τι να γράψω; Να καταγγείλω κι εγώ; Να πω «ήταν δολοφονία», όπως στα Τέμπη; Και;
Διάλεξα αυτά τα ποιήματα. Μακάρι να τα καταφέρουν και να σου ψιθυρίσουν, όσα απαγορεύεται να γράψω εγώ σήμερα.
«Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,
εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις
ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη
οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα
με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους
το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου
που σε φιλούσε μεθυστικά
πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου
κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του
αφήνεις την πατρίδα
μόνο όταν η πατρίδα δε σε αφήνει να μείνεις.
κανένας δεν αφήνει την πατρίδα
εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά
φωτιά κάτω απ΄ τα πόδια σου
ζεστό αίμα στην κοιλιά σου
δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες
μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές στο λαιμό σου
και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο
ανάμεσα στα δόντια σου
και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων
κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού
δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις.
πρέπει να καταλάβεις
ότι κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα
εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά
κανένας δεν καίει τις παλάμες του
κάτω από τρένα, ανάμεσα από βαγόνια
κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού
τρώγοντας εφημερίδες
εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει
σημαίνουν κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.
κανένας δε σέρνεται
κάτω από φράχτες
κανένας δε θέλει να τον δέρνουν
να τον λυπούνται
κανένας δε διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων
ή τον πλήρη σωματικό έλεγχο σε σημεία
όπου το σώμα σου πονούσε
ή τη φυλακή,
επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη
από μια πόλη που φλέγεται
και ένας δεσμοφύλακας το βράδι
είναι προτιμότερα από ένα φορτηγό
γεμάτο άντρες που μοιάζουν με τον πατέρα σου
κανένας δε θα το μπορούσε
κανένας δε θα το άντεχε
κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό
για να ακούσει τα:
“Γυρίστε στην πατρίδα σας
μαύροι
πρόσφυγες
βρομομετανάστες
ζητιάνοι ασύλου
που ρουφάτε τη χώρα μας
αράπηδες με τα χέρια απλωμένα
μυρίζετε περίεργα
απολίτιστοι
κάνατε λίμπα τη χώρα σας
και τώρα θέλετε να κάνετε και τη δική μας”
πώς δε δίνουμε σημασία
στα λόγια, στα άγρια βλέμματα
ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά
από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ποδιού
ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά
από δεκατέσσερις άντρες
ανάμεσα στα πόδια σου
ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο
να καταπιείς
από τα χαλίκια
από τα κόκαλα
από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου.
θέλω να γυρίσω στην πατρίδα,
αλλά η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
πατρίδα είναι η κάνη ενός όπλου
και κανένας δε θα άφηνε την πατρίδα
εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγούσε μέχρι τις ακτές
εκτός αν η πατρίδα σού έλεγε να τρέξεις πιο γρήγορα
να αφήσεις πίσω τα ρούχα σου
να συρθείς στην έρημο
να κολυμπήσεις ωκεανούς
να πνιγείς
να σωθείς
να πεινάσεις
να εκλιπαρήσεις
να ξεχάσεις την υπερηφάνεια
η επιβίωσή σου είναι πιο σημαντική.
κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα είναι
μια ιδρωμένη φωνή στο αυτή σου
που λέει
φύγε,
τρέξε μακριά μου τώρα
δεν ξέρω τι έχω γίνει
αλλά ξέρω ότι οπουδήποτε αλλού
θα είσαι πιο ασφαλής απ΄ ό,τι εδώ»
Κάθε βραδιά
ένα παιδί γυμνό
καταπίνει κύμα κύμα το Αιγαίο
και μετά ξερνάει
σπασμένες πλώρες ξεβρασμένες
στο τρικυμισμένο μου προσκεφάλι
Ύστερα γεμίζω το δωμάτιο με νερό
και γίνομαι ναυαγός
πλημμυρισμένης νύχτας
και τακτοποιημένης μέρας
Κάθε πρωί
ανοίγω το φως
και φυλάω στο σύνορο της συνήθειας
με λάβωμα κρυφό και ανοίκειο
Σε ρηχές μέρες
βαθαίνει το Αιγαίο
βαθύς κρατήρας
ηχώ του εαυτού μας».
Η Ουαρσάν Σάιρ (Warshan Shire) γεννήθηκε το 1988 στην Κένυα, από Σομαλούς γονείς και μετανάστευσε στη Βρετανία, όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Η πρώτη πλήρης ποιητική συλλογή της κυκλοφόρησε το 2016, ωστόσο είχε ήδη τιμηθεί με το Βραβείο Αφρικανικής Ποίησης από το Πανεπιστήμιο Brunel, το 2013.
* * * *
«Ποια είναι η πατρίδα σου;
Γλάρος είμαι, μου ‘πε.
Από ποια χώρα έρχομαι;
Από τη Γη.
Τα σύνορά μου, τώρα πια,
το χώμα, το νερό, ο αγέρας».
Οζντεμίρ Ιντσέ (Τούρκος ποιητής, συγγραφέας, δημοσιογράφος)
* * * *
με τα ναυάγια
τα προκαλεί
τα κουκουλώνει
είσαι η θάλασσα,
είμαι ναυάγιο»
Ντίνος Χριστιανόπουλος
* * * *
«Αβάσταχτο είναι… Πικρό είναι
Να σιμώνεις αργά στ’ ακρογιάλι
Χωρίς να είσαι ναυαγός
Ούτε σωτήρας
Παρά ναυάγιο…»
Μενέλαος Λουντέμης
* * * *
Όλες μου οι θάλασσες εσύ.
Όλα μου τα ναυάγια εσύ.
Όταν σε συλλογιέμαι
ένας άνεμος με παίρνει
μαζί με το κρεβάτι μου
χωρίς πυξίδα,
χωρίς τιμόνι,
χωρίς πανί».
Φερεϊντούν Φαριάντ (Ιρανός ποιητής και συγγραφέας)
* * * *
«Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε
κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια:
το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!»
Κώστας Ουράνης
* * * *
«Μακριά στον ορίζοντα γίνεται
ένα ναυάγιο, είναι πολύ μακριά
και δε γνωρίζουμε τους πνιγμένους,
τους φίλους και τους συγγενείς
που τους θρηνούν.
Αλλά κι εδώ κοντά γίνεται ένα άλλο
ναυάγιο, κι αλίμονο, ξέρουμε
τους πνιγμένους, καθώς και τους
φίλους και τους συγγενείς
που τους θρηνούν».
Μίλτος Σαχτούρης
* * * *
καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω
ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια·
το ‘λεγαν “Κίχλη”· ένα μικρό ναυάγιο· τα κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του
στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού
σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.
Κι άλλες φωνές σιγά σιγά με τη σειρά τους
ακολουθήσαν· ψίθυροι φτενοί και διψασμένοι
που βγαίναν από του ήλιου τ’ άλλο μέρος, το σκοτεινό·
θα ’λεγες γύρευαν να πιουν αίμα μια στάλα·
ήτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω.
Κι ήρθε η φωνή του γέρου, αυτή την ένιωσα
πέφτοντας στην καρδιά της μέρας
ήσυχη, σαν ακίνητη:
“Κι α με δικάσετε να πιω φαρμάκι, ευχαριστώ·
το δίκιο σας θα ‘ναι το δίκιο μου· πού να πηγαίνω
γυρίζοντας σε ξένους τόπους, ένα στρογγυλό λιθάρι.
Το θάνατο τον προτιμώ·
ποιος πάει για το καλύτερο ο θεός το ξέρει”.
Χώρες του ήλιου
και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον ήλιο.
Χώρες του ανθρώπου
και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον άνθρωπο»
Γιώργος Σεφέρης
* * * *
«Νύχτωνε στην Ελ Μίνα και πυκνή σιωπή ανέβαινε απ’ τη μεριά της θάλασσας κι αντάμωνε το κάστρο· ολημερίς ξαπλώνονταν αμίλητο και σκυθρωπό σα μουδιασμένο ζώο. Τότε ξεχώρισα ήχο πνιχτό καθώς το φύλλο που τσαλακώνεται μέσα σε χέρια ανάρμοστα γρατσούνισμα σε σώμα ακάθαρτο, αρρωστημένο. Κι είδα έναν Άραβα μικρό, σημαδεμένο, έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια κι ήταν όλος χιλιάδες που άφηναν τη γη τους κι επιστρέφανε μέσα στην άμμο, σε σκηνές, στο άσπρο φως. Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή του και όλο ικέτευε για κάποια θέση στη ζωή ή έστω αντίσταση στο θάνατο που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε. Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου. Άγρια μοναξιά τα χρόνια που έφευγαν με είχανε ποτίσει».
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
* * * *
«Δεν έχω τίποτε δικό μου
ούτ’ εμένα
ούτ’ εσένα.
Για τίτλο ιδιοκτησίας ούτε σκέψη.
Εδώ και το πακετάκι του θανάτου
“οι καπνιστές πεθαίνουν γρήγορα”
και από την άλλη μεριά
“το κάπνισμα σκοτώνει”
μου το αγόρασαν. Ένας φίλος,
η Ευρωπαϊκή Ένωση,
εσύ, δε θυμάμαι».
Νένα Φιλούση
Δείτε συχνότερα άρθρα από την 1VOICE στην αναζήτηση
Προσθήκη 1voice.gr on Google#Tags
ΑΝΑΠΟΔΑ - Ανδρέας Ρουμελιώτης - μεταναστευτικό - ναυάγιο Πύλος - ποίηση - προσφυγές










































