Με επενδύσεις άνω των 20 εκατ. ευρώ την τελευταία τριετία και παρουσία σε 35 χώρες, η Παπουτσάνης αναδεικνύεται σε πρότυπο ελληνικής βιομηχανίας που εξελίσσεται με δυναμισμό και όραμα για το μέλλον
Με περισσότερα από 150 χρόνια ιστορίας, η Παπουτσάνης συνεχίζει να γράφει τη δική της πορεία στον χώρο της παραγωγής σαπουνιών και καλλυντικών, προσαρμοσμένη στις ανάγκες της σύγχρονης εποχής.
Η παρουσίαση της νέας, υπερσύγχρονης παραγωγικής μονάδας στο Βαθύ Χαλκίδας επιβεβαιώνει τον στρατηγικό σχεδιασμό της εταιρείας για διαρκή ανάπτυξη, εξωστρέφεια και καινοτομία. Η εντυπωσιακά ανοδική πορεία της αποτυπώνεται στον διπλασιασμό τού κύκλου εργασιών ανά πενταετία και στην πρόβλεψη για υπέρβαση των €100 εκατ. τζίρου έως το 2028, ενώ η εταιρεία επένδυσε πάνω από 20 εκατ. ευρώ την τελευταία τριετία.
Η Παπουτσάνης έχει εξαγωγές σε 35 χώρες και σταθερές συνεργασίες με μεγάλες διεθνείς αλυσίδες λιανικής και πολυεθνικούς ομίλους για περισσότερο από μια 10ετία. Περίπου το 54% του τζίρου προέρχεται από την εξαγωγική δραστηριότητα, σύμφωνα με την ανακοίνωση του κύκλου εργασιών για το 9μηνο του 2025.
Η εταιρεία δραστηριοποιείται σε 4 διακριτούς κλάδους. Στα επώνυμα προϊόντα (32% του συνολικού κύκλου εργασιών), στις παραγωγές τρίτων (41%), στα ξενοδοχειακά προϊόντα (15%) και στις ειδικές σαπωνόμαζες (12%).
Σαπωνοποιία
Έχει πετύχει την αναβίωση και διεύρυνση των εμπορικών της σημάτων με τη δημιουργία νέων επώνυμων brands που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες καταναλωτικές τάσεις και ανάγκες, καθώς και στην ανάπτυξη νέων και εξειδικευμένων προϊόντων για νέες αγορές.
Στην παραγωγή σαπουνιών, η παραγωγική δυναμικότητα ανέρχεται σε 900 σαπούνια ανά λεπτό και σε συνολικά 40.000 τόνους ετησίως, ποσότητα που θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της Ελλάδας για περίπου 20 χρόνια.
Ξενοδοχειακά προϊόντα
– Στα ξενοδοχειακά προϊόντα η Παπουτσάνης αποτελεί κορυφαίο και καινοτόμο παραγωγό στην ελληνική αγορά και ταυτόχρονα συνεχίζει να αναπτύσσει τις εξαγωγές της.
– Στις ειδικές σαπωνόμαζες, ο οποίος είναι και ο νεότερος κλάδος της εταιρείας και σχεδόν στο σύνολό του εξαγωγικός, ο τζίρος για το 2024 έφτασε στα €11,3 εκατ., έχοντας ξεκινήσει από €0,5 εκατ. το 2015.




































