Η κινεζική εταιρεία αθλητικών ειδών Anta Sports ανακοίνωσε συμφωνία για την απόκτηση μεριδίου 29,06% στη γερμανική Puma έναντι 1,5 δισεκατομμυρίου ευρώ (περίπου 1,8 δισ. δολάρια), από την επενδυτική εταιρεία Artemis της οικογένειας Πινό της Γαλλίας.
Με την κίνηση αυτή, η Anta γίνεται ο μεγαλύτερος μεμονωμένος μέτοχος της Puma, χωρίς όμως να προχωρήσει σε πλήρη εξαγορά ή προσφορά για τον έλεγχο της εταιρείας, καθώς το ποσοστό παραμένει κάτω από το όριο που επιβάλλει υποχρεωτική πρόταση εξαγοράς βάσει του γερμανικού δικαίου.
Η Anta, με έδρα το Χονγκ Κονγκ και κεφαλαιοποίηση άνω των 27 δισ. δολαρίων, θα πληρώσει 35 ευρώ ανά μετοχή σε μετρητά, ποσό που αποτελεί πριμ περίπου 62% πάνω από την πρόσφατη τιμή κλεισίματος της Puma. Η συμφωνία αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2026, αφού λάβει τις απαραίτητες εγκρίσεις από ρυθμιστικές αρχές και μετόχους.
Σύμφωνα με ανακοινώσεις της Anta, η κίνηση αυτή εντάσσεται στη στρατηγική της να ενισχύσει την παγκόσμια παρουσία της και την πολυ-brand προσέγγιση της, αξιοποιώντας την εμπειρία της για να αυξήσει τις πωλήσεις της Puma, ιδιαίτερα στην κινεζική αγορά, όπου η γερμανική εταιρεία αποκομίζει μόλις περίπου 7% των συνολικών εσόδων της. Η Anta σχεδιάζει επίσης να ζητήσει θέσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο της Puma μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας, αλλά επιμένει ότι δεν στοχεύει σε πλήρη εξαγορά προς το παρόν.
Από την πλευρά της Puma, η συμφωνία αντιμετωπίστηκε γενικά θετικά από τις αγορές, με τις μετοχές της εταιρείας να σημειώνουν άνοδο. Η Puma αντιμετωπίζει έντονο ανταγωνισμό από παγκόσμιους παίκτες όπως η Nike και η Adidas, ενώ ο νέος της διευθύνων σύμβουλος έχει ξεκινήσει στρατηγικό πρόγραμμα ανασυγκρότησης, που περιλαμβάνει μείωση κόστους και αναδιοργάνωση προϊόντων, καθώς και περικοπές θέσεων εργασίας, στο πλαίσιο προσπάθειας να αναστρέψει την πρόσφατη κάμψη των πωλήσεων και της κερδοφορίας.
Συνολικά, η συμφωνία σηματοδοτεί σημαντική στρατηγική κίνηση για την Anta, που διευρύνει την επιρροή της σε διεθνές επίπεδο, ενώ παράλληλα δίνει μια ώθηση στη Puma να αξιοποιήσει νέες αγορές και να ενδυναμώσει το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα.



































