Διπλή ευκαιρία για την Ελλάδα, διαπιστώνει ο Hugo Dixon, αρθρογράφος του Reuters σε κείμενο που δημοσιεύεται και από τους New York Times, κάνοντας εκτενή αναφορά στα επόμενα βήματα για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο.
Στο σχετικό δημοσίευμα, αναφέρεται η αλλαγή του κλίματος κατά τους τελευταίους μήνες με την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος ξένων επενδυτών που «ψωνίζουν φτηνά» την οποία η Ελλάδα θα πρέπει να εκμεταλλευτεί.
«Δημιουργείται διπλή ευκαιρία για την Ελλάδα: τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μπορούν να καθαρίσουν τους ισολογισμούς τους πουλώντας τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και το κράτος μπορεί να ιδιωτικοποιήσει τις τράπεζες» αναφέρει το δημοσίευμα και συμπληρώνει ότι «και στα δύο πρέπει να αρπάξουμε την ευκαιρία όσο υπάρχει».
«Οι επενδυτές πιστεύουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε σημείο καμπής μετά από πολυετή ύφεση» αναφέρει ο ίδιος.
«Αν και οι τράπεζες έχουν ανακεφαλαιοποιηθεί, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια εμποδίζουν τόσο τους ισολογισμούς των τραπεζών όσο και την οικονομία… Η κλασική απάντηση σε αυτό το πρόβλημα – η λύση που ακολούθησαν Ισπανία και Ιρλανδία – είναι η ίδρυση μίας «bad bank», προσθέτει το δημοσίευμα.
«Η δημιουργίας μίας bad bank μπορεί να είναι η λύση για την Ελλάδα. Το ενδιαφέρον των επενδυτών όμως, δείχνει ότι υπάρχουν και άλλες επιλογές» αναφέρει ο κ. Dixon.
«Μία είναι να πουλήσουν οι τράπεζες πακέτα δανείων σε vulture funds. Μια δεύτερη είναι να δημιουργηθούν επενδυτικά οχήματα ειδικού τύπου. Μία τρίτη είναι να δημιουργήσει το ΤΧΣ μία bad bank η οποία όμως, θα χρηματοδοτηθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος από ξένους επενδυτές», συμπληρώνει ο ίδιος.
«Το πρόβλημα είναι ότι οι τράπεζες θα πρέπει να πουλήσουν τα κόκκινα δάνεια με γερό discount, ενδεχομένως στο ένα τέταρτο της ονομαστικής τους αξίας. Δεδομένου ότι έχουν πάρει προβλέψεις για το ήμισυ της ονομαστικής αξίας, οι απομειώσεις μπορεί να αποδειχθούν μεγαλύτερες, ίσως στα 15 δισ. ευρώ. Και έτσι εγείρεται το μείζον ερώτημα: Που θα βρεθούν τα χρήματα; Υπάρχουν δύο απαντήσεις. Η πρώτη είναι με νέα κεφαλαιακή ένεση από το ΤΧΣ, που έχει ακόμη στη φαρέτρα του 11,3 δισ. ευρώ. Η δεύτερη είναι η πώληση μετοχών στην αγορά, ο δρόμος δηλαδή που επέλεξε η Eurobank».
«Εν τω μεταξύ, η Αθήνα πρέπει να προχωρήσει με την πώληση των μεριδίων της στις τέσσερις μεγάλες τράπεζες. Τα πλεονεκτήματα είναι δύο. Πρώτον θα αυξηθεί το free float. Δεύτερον, τα κεφάλαια μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να κλείσει το κενό χρηματοδότησης στο πρόγραμμα της Αθήνας. Είναι καλύτερα για την Αθήνα να αντλήσει μόνη της αυτά τα κεφάλαια, γιατί έτσι θα ανακτήσει την αξιοπιστία της στους δανειστές που την επιπλήττουν για την αργή πρόοδο που καταγράφεται στις ιδιωτικοποιήσεις».
«Προτού όμως, η Ελλάδα ιδιωτικοποιήσει τις τράπεζές της, χρειάζεται να αντιμετωπίσει τα warrants που έλαβαν οι επενδυτές όταν αγόρασαν μετοχές φέτος. Κι αυτό γιατί θα ήταν ανόητο να πουληθούν μετοχές τραπεζών εάν πρέπει να επαναγοραστούν σε υπερβολικές τιμές όταν ενεργοποιηθούν τα warrants. Και αυτό όμως, μπορεί να αντιμετωπιστεί με λίγη χρηματοοικονομική πρωτοτυπία».
«Η Ελλάδα έχει μάθει πολλά για τους φαύλους κύκλους. Η Αθήνα και οι διεθνείς πιστωτές θα πρέπει να κεφαλαιοποιήσουν την ευκαιρία που δημιουργείται από το θετικό επενδυτικό κλίμα» καταλήγει το δημοσίευμα.




































