Ο Επίτροπος για θέματα Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας, Γκίντερ Έτινγκερ, μίλησε την Δευτέρα για την κατάσταση των ΜΜΕ στην Ελλάδα και έβγαλε είδηση. Ωστόσο, προς έκπληξη νέων και παλαιών καναλαρχών, αυτή δεν αφορά το ζήτημα του διαγωνισμού των τηλεοπτικών αδειών, στο οποίο και, αρχικά, δικαιώνει την κυβέρνηση για τον αριθμό των αδειών. Ο Επίτροπος όμως δήλωσε πως «ανησυχεί για την ελευθεροτυπία» στη χώρα μας.
Για μία ευνομούμενη και δημοκρατική χώρα σαν τη δική μας, μία τέτοια αναφορά από την Κομισιόν για την ελευθεροτυπία, χρήζει, τουλάχιστον, μιας μικρής ανασκόπησης στα του Τύπου. Ενός, ας το πούμε, reality check.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τους Ρεπόρτερ χωρίς Σύνορα, σήμερα η χώρα μας βρίσκεται στην 89η θέση στον παγκόσμιο χάρτη που αποτυπώνει την ελευθερία του Τύπου. Το 2015 βρισκόταν στην 91η και το 2014 στην 99η. Λίγα χρόνια νωρίτερα, τις χρονιές 2010, 2011 και 2012 η χώρα μας παρέμεινε «καρφωμένη» στη 70η θέση μαζί με το Μπουτάν. Την επόμενη χρονιά, το 2013, κατρακύλησε στην 84η θέση. Περιττό να αναφέρουμε ποιες χώρες βρέθηκαν από πάνω της στη λίστα. Όμως, στη σχετική λίστα, η Ελλάδα δεν βρισκόταν πάντα τόσο χαμηλά.
Μόλις το μακρινό 2008, η Ελλάδα κατείχε την 31η θέση στην παγκόσμια κατάταξη, ενώ την επόμενη χρονιά βρέθηκε στην 35η. Μετά ήρθε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τα ευρωπαϊκά προγράμματα διάσωσης. Το λουκέτο στην «Ελευθεροτυπία», εκτός από τον ξαφνικό θάνατο σε μία από τις πιο αντιπολιτευόμενες στα μνημόνια δημοσιογραφικές φωνές, συμβόλισε και τον κατήφορο που θα ακολουθούσε για την ελευθεροτυπία.
Τα απανωτά λουκέτα (Ελεύθερος Τύπος, Απογευματινή, Άλτερ κ.α.) έδωσαν τη θέση τους σε εκείνο της ΕΡΤ, με το «μαύρο» της κυβέρνησης Σαμαρά που το συνόδευσε και έγινε γνωστό σε ολόκληρο τον πλανήτη. Παράλληλα, οι επιθέσεις αστυνομίας και ακροδεξιών σε δημοσιογράφους και τεχνικούς πύκνωναν χρόνο με τον χρόνο, ενώ υπήρξαν και αρκετές διώξεις δημοσιογράφων, τόσο από ιδιωτικά όσο και κρατικά μέσα.
Όμως, ο περιορισμός της ελευθερίας του Τύπου τα προηγούμενα χρόνια δεν διαπιστώνεται μονάχα από τα παραπάνω. Στις σημερινές εργασίες των Επιτροπών της Βουλής, και συγκεκριμένα σε εκείνη για τα Δάνεια σε κόμματα και ΜΜΕ, αποκαλύπτεται σε πλήρη γύμνια το σύστημα που διαφέντευε, και ακόμα διαφεντεύει, τις τύχες των ΜΜΕ, και κατ’ επέκταση της ελευθεροτυπίας, στη χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες.
Ρίχνοντας μια ματιά στα στοιχεία που έχουν ήδη προκύψει, ακόμα και κατ’ ομολογία των ιδιοκτητών τους, τα κανάλια στο σύνολό τους και η πλειοψηφία των -πάλαι ποτέ- μεγάλων εφημερίδων, χρωστούν την κυκλοφορία και την ύπαρξη τους στις τράπεζες. Μάλιστα, υπάρχουν μέσα ενημέρωσης που χάρη στον υπέρογκο δανεισμό τους, ουσιαστικά ανήκουν πλέον εξ’ ολοκλήρου σε αυτές.
Μία ακόμα εντυπωσιακή σχέση εξάρτησης των ΜΜΕ με τις τράπεζες, για τα μάτια των οποίων η χώρα μπήκε στην περιπέτεια του 2010, είναι αυτή που προέκυψε άμα τη δημοσίευση των διαφημίσεων των τραπεζών προς αυτά. Πρόσφατα, είδαμε πως μέσα ενημέρωσης με ασήμαντη κυκλοφορία, λάμβαναν υπέρογκα ποσά για διαφήμιση, βασίζοντας την επιβίωσή τους στην πολιτική τους γραμμή.
Παράλληλα, όλα τα προηγούμενα χρόνια, στην Κομισιόν γνώριζαν καλά πως επί τριάντα χρόνια δεν είχε πραγματοποιηθεί διαγωνισμός για την αδειοδότηση των δημοσίων συχνοτήτων. Όπως γνώριζαν καλά, στις αρμόδιες επιτροπές ανταγωνισμού, τις ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες η DIGEA εξασφάλισε την διαχείριση του φάσματος συχνοτήτων.
Τέλος, η παρέμβαση της Κομισιόν ήταν που, το επίσης μακρινό 2006, ανέτρεπε τον νόμο του «βασικού μετόχου» της κυβέρνησης Καραμανλή, που στόχευε, κατ’ αρχάς τουλάχιστον, στην μεγαλύτερη ανεξαρτησία του Τύπου.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς… Επίτροπος Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας για να έχει καταλάβει, εδώ και χρόνια, πως η ελευθεροτυπία στη χώρα μας έχει πληγεί βάναυσα. Εάν όχι θανάσιμα. Τα στοιχεία που προκύπτουν συνεχώς όσο σκαλίζει κανείς την πρόσφατη ιστορία των ΜΜΕ, θα περίμενε κανείς να έχουν κάνει την Κομισιόν να ανατριχιάζει εδώ και αρκετά χρόνια.
Βέβαια, όπως δήλωσε ο κ. Έτινγκερ, αυτό το διάστημα ο ίδιος δέχεται από την Ελλάδα «προειδοποιήσεις» ότι η κυβέρνηση θέλει να «καθυποτάξει» τον τύπο και τους καναλάρχες. Επιπροσθέτως, προειδοποίησε πως εάν η Κομισιόν εξασφαλίσει «αποδεικτικά στοιχεία τότε, ενδεχομένως, θα μπορούσαμε να κινηθούμε εναντίον της στη βάση της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ». Μάλιστα, δεν δίστασε να δηλώσει πως στην «έρευνα» αυτή συνεργάζεται με δύο Έλληνες ευρωβουλευτές, χωρίς όμως να τους κατονομάσει.
Συνεπώς, από τα λεγόμενα του Επιτρόπου, εύκολα συμπεραίνει κανείς προς τι… ο πόνος της Κομισιόν για την ελευθεροτυπία στη χώρα μας. Η μόνη αγωνία της Κομισιόν είναι η αγωνία των ίδιων των καναλαρχών και των εκδοτών, που βλέπουν σήμερα τις πομπές τους στα μανταλάκια των εφημερίδων. Την οποία αγωνία, απ’ ότι φαίνεται, έχουν αναλάβει να την μεταφέρουν δύο Έλληνες ευρωβουλευτές στην Επιτροπή.
Ας τελειώνει λοιπόν το παραμύθι με την ελευθεροτυπία. Γιατί θα ήταν πραγματικά για γέλια να μιλάει κανείς για ένα τέτοιο ζήτημα με αφορμή των αδειοδότηση των καναλιών, εάν δεν ήταν πρωτίστως εξοργιστικό και υποτιμητικό προς το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας…




































