Θύελλα αντιδράσεων έχει προκαλέσει η απόφαση της εισαγγελέως Λάρισας Αικατερίνη Παπαϊωάννου να ακυρώσει, στις 20 Φεβρουαρίου, τουλάχιστον έξι εκταφές θυμάτων της τραγωδίας στα Τέμπη, την ώρα που συγγενείς ζητούν να προχωρήσουν οι εξετάσεις με τη συνδρομή εξειδικευμένων εργαστηρίων του εξωτερικού, επικαλούμενοι έλλειψη κατάλληλων δομών στη χώρα.
Οι οικογένειες μιλούν ανοιχτά για εμπόδια στη διερεύνηση κρίσιμων πτυχών της υπόθεσης και για πρακτικές που, όπως καταγγέλλουν, εντείνουν τις υπόνοιες συγκάλυψης. Σε αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση επιλέγει να κρατήσει αποστάσεις, παραπέμποντας αποκλειστικά στη Δικαιοσύνη.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να αντιπαρατεθεί με τους συγγενείς, υποστηρίζοντας ωστόσο πως οι αποφάσεις λαμβάνονται από μια «ανεξάρτητη Δικαιοσύνη» και πως κάθε συζήτηση περί συγκάλυψης αναπαράγει «αφηγήματα» της αντιπολίτευσης.
Την ίδια στιγμή, πλησιάζει η επέτειος της πολύνεκρης τραγωδίας και η υπόθεση εισέρχεται στην κύρια διαδικασία με 36 κατηγορούμενους, εκ των οποίων οι 33 για κακουργήματα. Δύο πρώην υπουργοί αναμένεται να κριθούν από το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο.
Ωστόσο, για τις οικογένειες των θυμάτων το ζήτημα δεν είναι πολιτικό αφήγημα αλλά ουσία: πλήρης διαλεύκανση, χωρίς «στεγανά» και χωρίς περιορισμούς στα μέσα διερεύνησης. Και όσο παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα, η σκιά της καχυποψίας βαραίνει όχι μόνο τη Δικαιοσύνη, αλλά και την πολιτική διαχείριση της τραγωδίας.






































