Γράφει ο Βασίλης Ταλαμάγκας
Οι πρόσφατοι ευρωπαϊκοί δείκτες υπενθυμίζουν πως η οικονομική ανάκαμψη δεν βιώνεται το ίδιο από όλους. Πίσω από τους θετικούς αριθμούς, η καθημερινότητα πολλών νοικοκυριών παραμένει δύσκολη, αποκαλύπτοντας βαθιές ανισότητες και επίμονες κοινωνικές πληγές στη χώρα.
Όταν οι αριθμοί παύουν να είναι απλώς στατιστικά δεδομένα και μετατρέπονται σε σκληρή καθημερινότητα για εκατομμύρια πολίτες, τότε η συζήτηση για την οικονομική ανάκαμψη αποκτά μια μάλλον άβολη χροιά. Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για το 2025 έρχονται να προσγειώσουν απότομα όσους πίστευαν ότι τα δύσκολα χρόνια της κρίσης αποτελούν ένα κεφάλαιο που έκλεισε οριστικά. Με το 27,5% του πληθυσμού να βρίσκεται στο φάσμα του κινδύνου φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού, η Ελλάδα δεν καταγράφει απλώς μια αρνητική επίδοση, αλλά επιβεβαιώνει την παραμονή της σε μια «μαύρη» ευρωπαϊκή πρωτιά που ελάχιστα τιμά την πορεία της προς τη λεγόμενη σύγκλιση.
Είναι πραγματικά οξύμωρο να μιλάμε για βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών, για επενδυτική βαθμίδα και για πλεονάσματα την ώρα που σχεδόν ένας στους τρεις Έλληνες παλεύει να κρατηθεί στην επιφάνεια. Η χώρα μας, σύμφωνα με τη μέτρηση, καταλαμβάνει τη δεύτερη χειρότερη θέση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, έχοντας μπροστά της μόνο τη Βουλγαρία και νιώθοντας την ανάσα της Ρουμανίας. Αυτό το «γκρουπ» των ουραγών δείχνει ότι, παρά τις προσπάθειες, η ελληνική κοινωνία παραμένει βαθιά πληγωμένη και δομικά ανίσχυρη να ακολουθήσει τους ρυθμούς των υπόλοιπων εταίρων.
Τι σημαίνει όμως στην πραγματικότητα αυτός ο δείκτης που ακούγεται τόσο τεχνοκρατικός;
Δεν πρόκειται απλώς για μια χαμηλή θέση σε έναν πίνακα κατάταξης, αλλά για ανθρώπους που βιώνουν καθημερινά τουλάχιστον μία από τις τρεις όψεις της ανέχειας. Μιλάμε για νοικοκυριά με εισόδημα που δεν επαρκεί για τα στοιχειώδη, για πολίτες που στερούνται βασικά υλικά αγαθά -από τη θέρμανση και την ποιότητα της διατροφής μέχρι τη δυνατότητα μιας έκτακτης δαπάνης- και για οικογένειες που η εργασία είναι… σπάνιο ή… δυσεύρετο είδος. Είναι η αόρατη πλευρά της Ελλάδας που δεν χωράει στα λαμπερά αφιερώματα για την τουριστική ανάπτυξη, αλλά είναι παρούσα στις ουρές των κοινωνικών παντοπωλείων και στο άγχος που προκαλεί ο λογαριασμός του ρεύματος στο τέλος του μήνα.
Την ίδια στιγμή, η εικόνα στην υπόλοιπη Ευρώπη, αν και όχι ειδυλλιακή, δείχνει μια σαφή τάση βελτίωσης. Με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να κινείται στο 20,9%, η απόσταση που μας χωρίζει από τις χώρες που «αντέχουν» μοιάζει με χάσμα. Όταν βλέπουμε την Τσεχία να περιορίζει το ποσοστό της στο 11,5% ή την Πολωνία και τη Σλοβενία να κινούνται κοντά στο 15%, γίνεται σαφές ότι η φτώχεια δεν είναι μια μοιραία κατάσταση που επιβάλλεται από τη γεωγραφία, αλλά το αποτέλεσμα κοινωνικών πολιτικών και οικονομικών δομών. Οι χώρες αυτές κατάφεραν να χτίσουν δίχτυα ασφαλείας που προστατεύουν τους πιο ευάλωτους, κάτι που στην ελληνική περίπτωση μοιάζει ακόμα ζητούμενο.
Η διαχρονική αυτή αδυναμία σύγκλισης αποκαλύπτει μια βαθιά κοινωνική ανισότητα που τείνει να παγιωθεί. Οι πιέσεις στα ελληνικά νοικοκυριά δεν είναι παροδικές αλλά είναι το αποτέλεσμα ενός εκρηκτικού «κοκτέιλ» ακρίβειας, χαμηλών μισθών και μιας αγοράς εργασίας που συχνά δεν προσφέρει την ασφάλεια που απαιτείται για να σχεδιάσει κάποιος το μέλλον του. Όταν το 27,5% του πληθυσμού ζει υπό την απειλή του αποκλεισμού, το πρόβλημα παύει να είναι μόνο οικονομικό και γίνεται βαθιά πολιτικό και υπαρξιακό για τη χώρα.
Το σοκ των αριθμών της Eurostat θα έπρεπε να λειτουργήσει ως ένα ηχηρό καμπανάκι. Η οικονομική ευημερία δεν μπορεί να μετριέται μόνο με το ΑΕΠ, αν αυτό δεν διαχέεται στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Όσο η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη σε ποσοστά που θυμίζουν άλλες εποχές, η συζήτηση για την «ισχυρή Ελλάδα» θα παραμένει μετέωρη. Η πραγματική πρόκληση για τα επόμενα χρόνια δεν είναι απλώς να διατηρηθούν οι δημοσιονομικές ισορροπίες, αλλά να βρεθεί ο τρόπος ώστε αυτό το 27,5% να αρχίσει να μειώνεται ουσιαστικά, δίνοντας ανάσα σε εκατομμύρια συμπολίτες μας που σήμερα νιώθουν ότι η Ευρώπη των ίσων ευκαιριών τους έχει αφήσει οριστικά πίσω.
Είδος πολυτελείας– Το σουβλάκι οδηγεί την ακρίβεια
Είναι πραγματικά εξωφρενικό να μιλάμε σήμερα για το σουβλάκι ως ένα είδος… πολυτελείας, αλλά αυτή είναι η ωμή πραγματικότητα που βιώνει κάθε ελληνική οικογένεια το 2026. Η εικόνα της απόδειξης που γράφει έως και έξι ευρώ για ένα τυλιχτό δεν είναι απλώς ένα οικονομικό παράδοξο, είναι το σύμβολο μιας κοινωνικής κατάρρευσης που συντελείται με την υπογραφή μιας κυβέρνησης που μοιάζει να ζει σε άλλη χώρα. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, εγκλωβισμένη στο δόγμα του «δεδομένου συμμάχου» και μιας τυφλής υποταγής σε άλλα κέντρα αποφάσεων, παρακολουθεί με μια σχεδόν προκλητική απάθεια την οικονομική αιμορραγία της κοινωνίας, αρνούμενη πεισματικά να παρέμβει εκεί που πραγματικά πονάει η αγορά.
Η άρνηση του Μαξίμου να προχωρήσει σε μια δραστική μείωση των έμμεσων φόρων, την ώρα που ο πληθωρισμός καλπάζει, έχει οδηγήσει σε αυτό τον εξωφρενικό υπερδιπλασιασμό των τιμών. Το εθνικό μας έδεσμα, που από το 2019 και τα 2 ευρώ εκτινάχθηκε στα σημερινά δυσθεώρητα επίπεδα, έπαψε πια να είναι το φαγητό του λαού και μετατράπηκε σε προνόμιο για λίγους. Οι ιδιοκτήτες των ψητοπωλείων βρίσκονται σε απόγνωση, καταγγέλλοντας αυξήσεις που αγγίζουν το 300% στις πρώτες ύλες και στο κρέας, όμως η απάντηση της πολιτείας περιορίζεται σε επικοινωνιακά πυροτεχνήματα και κενές υποσχέσεις. Η αγορά έχει αφεθεί στο έλεος της ενεργειακής ασφυξίας, ενώ τα περιβόητα «καλάθια» και τα ημίμετρα αποδεικνύονται απλώς ασπιρίνες για έναν ασθενή που έχει ακατάσχετη αιμορραγία.
Η περιβόητη «ανάπτυξη» για την οποία πανηγυρίζει το κυβερνητικό επιτελείο αποδεικνύεται ένα καλοστημένο αφήγημα που υπηρετεί αποκλειστικά τα κέρδη των καρτέλ, αφήνοντας τον απλό πολίτη απροστάτευτο απέναντι στην αισχροκέρδεια. Είναι πλέον σαφές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια συνειδητή φτωχοποίηση του ελληνικού λαού, όπου ακόμη και η βασική επιβίωση και οι μικρές καθημερινές απολαύσεις θυσιάζονται στον βωμό των δημοσιονομικών στόχων και της εξυπηρέτησης των μεγάλων συμφερόντων.
Όταν το σουβλάκι φτάνει να κοστίζει έως και έξι ευρώ, δεν μιλάμε απλώς για ακρίβεια, αλλά για την πλήρη απαξίωση της αξιοπρέπειας του Έλληνα εργαζόμενου που βλέπει τον μισθό του να εξανεμίζεται προτού καν βγει ο μήνας, μέσα σε ένα περιβάλλον πλήρους κυβερνητικής αδιαφορίας.





































