Όλο και περισσότερες εταιρίες παραγωγής ζωικών προϊόντων στρέφουν το ενδιαφέρον τους στις επενδύσεις κτηνοτροφικών φυτών, γνωρίζοντας ότι η χώρα μας μπορεί να ξαναγίνει παραγωγική και, μάλιστα, με βιώσιμο τρόπο.
«Στην Ελλάδα δεν παράγουμε ζωοτροφές και αυτό αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην ανάπτυξη της κτηνοτροφίας», αναφέρει στην «F&M Voice», ο γεωπόνος-σύμβουλος επιχειρήσεων στην εταιρία γεωργικο-οικονομικών συμβούλων, SymAgro, Κάσσανδρος Γάτσιος. Όπως εξηγεί, οι φτηνές ζωοτροφές αποτελούν τη βάση της κτηνοτροφίας και αν θέλουμε ανάπτυξη και παραγωγή, πρέπει να στραφούμε προς τα εκεί.
Λόγω της έλλειψης ζωοτροφών στη χώρα μας, η καλλιέργεια κτηνοτροφικών φυτών αποτελεί μία καλή επιχειρηματική ευκαιρία. Μπορούν να λειτουργήσουν ως «αντίδοτο» στις ακριβές εισαγόμενες ζωοτροφές που ευθύνονται για το υψηλό κόστος παραγωγής στην κτηνοτροφία, προσφέροντας, συνάμα, σταθερό εισόδημα με χαμηλό κόστος. Μάλιστα, στο πλαίσιο της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής 2014-2020 υποστηρίζονται και με αγροτικές επιδοτήσεις.
Tα πλεονεκτήματα
«Τα ζώα που τρέφονται με ελληνικά κτηνοτροφικά φυτά και όχι με σόγια, έχουν ισορροπημένη διατροφή και κάνουν καλύτερης ποιότητας γάλα και κρέας» αναφέρει ο κ. Γάτσιος. Η διατήρηση των ψυχανθών μετά την αποξήρανση είναι απλή, με αποτέλεσμα να διατηρούνται σε απλές αποθήκες για αρκετό καιρό.
Απαλλαγή από τη σόγια
Μειώνεται η εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές σόγιας, για τις οποίες δαπανώνται τεράστια ποσά, ενώ είναι σε μεγάλο βαθμό μεταλλαγμένη.
Δεν χρειάζονται αζωτούχα λιπάσματα
Τα κτηνοτροφικά φυτά δεσμεύουν στις ρίζες τους το ατμοσφαιρικό άζωτο και λειτουργούν ως μέθοδος φυσικής λίπανσης, καθώς και βελτίωσης της γονιμότητας του εδάφους. Με τη μείωση των λιπάνσεων υπάρχει οικονομικό όφελος για τους αγρότες από τη μείωση του κόστους παραγωγής, αλλά και ωφέλεια για το περιβάλλον.
Δεν χρειάζονται μεγάλες ποσότητες νερού αρδεύσεως
Μπορούν να αξιοποιηθούν εδάφη χαμηλής γονιμότητας, σε χαμηλές θερμοκρασίες και χωρίς πολύ νερό, επειδή μπορούν να καλλιεργηθούν το φθινόπωρο και να συγκομισθούν στις αρχές του καλοκαιριού. Είναι ιδιαίτερα ανθεκτικά στην ξηρασία.
Προστιθέμενη αξία
Αυξάνουν την προστιθέμενη αξία των ελληνικών ζωικών προϊόντων και ενισχύουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους στην εξαιρετικά ανταγωνιστική αγορά ζωικών προϊόντων.
Αντικατάσταση μη ανταγωνιστικών καλλιεργειών
Η καλλιέργειά τους μπορεί να γίνει σε εκτάσεις που δεν προσφέρονται για έτερες γεωργικές δραστηριότητες που δεν είναι, πλέον, ανταγωνιστικές, όπως ο καπνός και το βαμβάκι.
Εμπλουτίζουν τα υποβαθμισμένα εδάφη
Το 95,4% των ελληνικών εδαφών, εξαιτίας του κλίματος που επικρατεί, περιέχουν κάτω από 1,8% οργανική ουσία στο επιφανειακό τμήμα του εδάφους, δηλαδή είναι πολύ φτωχά. Η καλλιέργεια φυτών είναι καλός τρόπος για τον εμπλουτισμό των εδαφών.
Έχουν χαμηλό κόστος παραγωγής
Η καλλιέργειά τους συνεπάγεται χαμηλό κόστος, επειδή δεν απαιτεί αζωτούχες λιπάνσεις, αλλά και ψεκασμούς, ενώ τα μηχανήματα που χρησιμοποιούνται στην καλλιέργεια και συγκομιδή τους είναι τα ίδια με αυτά που χρησιμοποιούνται για τα σιτηρά.
Ανάδειξη ελληνικών ποικιλιών
Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να βελτιώσει τις δικές της ποικιλίες και να αναδείξει τα τοπικά της προϊόντα.
Εύκολη καλλιέργεια – μεγάλη απόδοση
Βίκος
Δεν απαιτεί μεγάλη προετοιμασία του χωραφιού πριν από τη σπορά του. Η σπορά γίνεται στις βόρειες περιοχές της χώρας την άνοιξη, ενώ στις νότιες μπορεί να γίνει από το φθινόπωρο. Οι αποδόσεις του βίκου είναι 500-100 κιλά το στρέμμα σε σανό και 150-220 κιλά σε σπόρο, που πωλείται προς 0,16-0,18 ευρώ το κιλό, ενώ το κόστος καλλιέργειας φθάνει τα 40-50 ευρώ το στρέμμα.
Κτηνοτροφικά μπιζέλια
Μπορούν να καλλιεργηθούν ως αρδευόμενη, αλλά και ως ξηρική καλλιέργεια, όπου υπάρχει επαρκής εδαφική υγρασία. Συγκομίζονται για σανό, ενσίρωμα, χλωρή νομή, αλλά και για καρπό. Οταν καλλιεργούνται για σανό, συνήθως συγκαλλιεργούνται με κριθάρι ή σίκαλη. Η τιμή πωλήσεως των κτηνοτροφικών μπιζελιών είναι 0,16-18 ευρώ το κιλό, ενώ το κόστος εγκατάστασης είναι 40-50 ευρώ το στρέμμα. Η μέση παραγωγή σε καρπό είναι 220-250 κιλά το στρέμμα.
Κτηνοτροφικό ρεβίθι
Στη χώρα μας, μέχρι πρόσφατα το ρεβίθι καλλιεργούνταν αποκλειστικά ως όσπριο για ανθρώπινη κατανάλωση. Οι ανάγκες σε πρωτεΐνες των σιτηρεσίων των αγροτικών ζώων καλύπτονται -είτε πρόκειται για μηρυκαστικά (βοοειδή, αιγοπρόβατα), είτε για μονογαστρικά (χοιρινά, πουλερικά)-, κυρίως με τη συμμετοχή στα σιτηρέσια του καρπού της σόγιας, η οποία εισάγεται, σχεδόν, εξ ολοκλήρου από το εξωτερικό. Ο καρπός του ρεβιθιού μπορεί να αντικαταστήσει 100% τη σόγια στα σιτηρέσια των ζώων, με εξίσου άριστα αποτελέσματα στην παραγωγή κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων. Οι τιμές των καρπών των κτηνοτροφικών ρεβιθιών είναι περίπου στα 0,15-0,17 ευρώ το κιλό.
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Finance & Markets Voice




































