Με ιδιαίτερη αυστηρότητα τοποθετήθηκε η εισαγγελική αρχή του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου στην υπόθεση της δολοφονίας της 28χρονης Κυριακής, αμφισβητώντας ριζικά τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί μειωμένης ικανότητας καταλογισμού λόγω ψυχικής πάθησης. Όπως υποστήριξε η εισαγγελέας Βασιλική Δημοπούλου, ο κατηγορούμενος ενήργησε με απόλυτη διαύγεια και προμελέτη, επιδιώκοντας την ανθρωποκτονία.
Κατά την αγόρευσή της, στάθηκε στα τραύματα που προκάλεσε ο ίδιος στον εαυτό του, χαρακτηρίζοντάς τα επιφανειακά και προσχηματικά, σε πλήρη αντίθεση με τα έντονα και καίρια χτυπήματα που δέχθηκε το θύμα. «Δεν υπήρξε ποτέ πρόθεση να αυτοκτονήσει. Αν πραγματικά το ήθελε, θα το είχε επιχειρήσει αποτελεσματικά. Στόχος του ήταν να προκαλέσει οίκτο ή να εμφανίσει μια πλαστή εικόνα ψυχικής ανισορροπίας», ανέφερε.
Η εισαγγελέας τόνισε ότι όλα συνέβησαν σε διάστημα μόλις οκτώ δευτερολέπτων, διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος έπληξε το σώμα της Κυριακής με ένταση και αποφασιστικότητα ενδείξεις, όπως είπε, ψυχραιμίας και ελέγχου, όχι ψυχικής σύγχυσης.
Παρουσιάζοντας την προσωπικότητα του κατηγορούμενου, η κ. Δημοπούλου τον χαρακτήρισε άτομο κτητικό, ελεγκτικό και χειριστικό, που ασκούσε κακοποιητική συμπεριφορά στη σύντροφό του και επιχειρούσε να αποκόψει κάθε σύνδεσή της με το κοινωνικό και οικογενειακό της περιβάλλον. Ενδεικτικά, ανέφερε ότι της είχε δώσει «έξυπνο ρολόι» για να μπορεί να την εντοπίζει μέσω συστήματος εντοπισμού.
Σύμφωνα με μαρτυρίες, το θύμα είχε περιγράψει συναισθήματα έρωτα και αδυναμίας προς το πρόσωπό του, κάτι που, όπως σχολίασε η εισαγγελέας, αποτέλεσε τραγική ειρωνεία, καθώς τη στιγμή της δολοφονίας της, η ίδια ψέλλισε τη λέξη «χάνομαι».
Το ρήγμα στη σχέση τους, σύμφωνα με την αγόρευση, επήλθε όταν ο κατηγορούμενος έχασε την εργασία του το 2022 και ξεκίνησαν περιστατικά βίας και κρίσεων. Η Κυριακή προσπάθησε να τον στηρίξει αλλά σταδιακά εξαντλήθηκε. Σε σημείωμα που κρατούσε επάνω της, έγραφε: «Σ’ αγαπάω, αλλά έχω κουραστεί…»
Από τις αρχές του 2024 είχε πάρει την απόφαση να απομακρυνθεί οριστικά. Είχε βρει νέο σπίτι και ετοίμαζε την επανεκκίνηση της ζωής της. Το τελευταίο βράδυ πριν το έγκλημα, του ξεκαθάρισε πως δεν θα υπάρξει επανασύνδεση.
Η εισαγγελέας, αφού παρέθεσε νομολογία και ψυχιατρικά στοιχεία, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν παρουσίασε καμία σοβαρή ψυχική διαταραχή κατά τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος, ούτε υπήρχε διατάραξη της αντίληψης ή της βούλησης. Όπως ανέφερε, όλες οι περιόδοι νοσηλείας του σχετίζονταν με χρήση ουσιών και όχι με διαγνωσμένη ψυχική πάθηση που να δικαιολογεί μειωμένο καταλογισμό.
«Μετέβη στο σημείο που γνώριζε ότι θα βρίσκεται το θύμα, γνωρίζοντας τις κινήσεις της μέσω GPS. Δεν πήγε για να βλάψει τον εαυτό του, αλλά με μοναδικό σκοπό να τη σκοτώσει. Ενέργησε με απόλυτο έλεγχο και επίγνωση», είπε.
Χαρακτήρισε το έγκλημα «αποτέλεσμα παθολογικής ζήλιας και κτητικότητας». «Η Κυριακή τον εγκατέλειψε και είχε τη δύναμη να συνεχίσει χωρίς εκείνον. Αυτό δεν μπορούσε να το αποδεχτεί», τόνισε.
Η διαδικασία συνεχίζεται με τις αγορεύσεις των συνηγόρων και η ετυμηγορία του δικαστηρίου αναμένεται είτε αύριο είτε την Τετάρτη.




































