Για δεκαετίες η Κίνα ξεπερνούσε κάθε προσδοκία, εμφανίζοντας έναν ρυθμό ανάπτυξης που από το 2000 κατέγραφε υψηλές επιδόσεις έως και 8%. Η χώρα κατάφερε να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των πολιτών και να εξαλείψει την ακραία φτώχεια.
Ωστόσο, η πιστωτική ανάπτυξη της Κίνας τα τελευταία χρόνια συνοδεύτηκε από διευρυμένες ανισορροπίες και αυξανόμενες ευπάθειες. Οι υπερβολικά υψηλές αποταμιεύσεις των νοικοκυριών “καθοδηγήθηκαν” στην αγορά των κατοικιών, που άρχισαν να προσφέρουν μειωμένες αποδόσεις, αυξάνοντας σημαντικά τα επίπεδα χρέους.
Η ταχεία επέκταση στον τομέα των ακινήτων οδήγησε σε υπερπροσφορά κατοικιών σε ορισμένες περιοχές της Κίνας, ενώ η άνοδος των τιμών κατέστησε τη στέγη σχεδόν απλησίαστη (σε άλλες). Δύο διαφορετικές εικόνες του ίδιου προβλήματος. Ίσως είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο οι περιφερειακές -τοπικές- αρχές της Κίνας προχωρούν η μία μετά την άλλη σε μέτρα στήριξης του real estate.
Η αποκατάσταση της ισορροπίας στην αγορά των ακινήτων και στο δανεισμό των πολιτών, το χρέος της τοπικής αυτοδιοίκησης και η σταθερότητα των μικρών και μεσαίων τραπεζών, διαμορφώνουν ένα σύνθετο χρηματοπιστωτικό περιβάλλον.
Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο η κινεζική οικονομία βρίσκεται σε καλό δρόμο για την επίτευξη των αναπτυξιακών της στόχων, αν και εκτιμά ότι οι τρέχουσες επιδόσεις της τάξεως του 5% θα μειωθούν σταδιακά σε περίπου 3,5% έως το 2028.
Την ίδια ώρα, η Κίνα επιχειρεί να διαχειριστεί μια σειρά από παγκόσμιες προκλήσεις, όπως οι κρίσεις: κλίματος ή χρέους, αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία αναδιάρθρωσης των δανείων σε χώρες με χαμηλό εισόδημα και ευάλωτη οικονομία, που δεν είναι ιδιαίτερα “ελκυστικές” στη Δύση.




































