Απόρριψη των μόνιμων μειώσεων των φόρων από το ΔΝΤ, το οποίο αντιπροτείνει πάγωμα σε μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και των συντάξεων και σύνεση στην αύξηση του κατώτερου μισθού.
Στα βασικά συμπεράσματα της έκθεσής του, σημειώνεται πως η οικονομία ανέκαμψε γρήγορα από την ύφεση που έφερε η πανδημία του covid -19 με οδηγούς την υψηλή ιδιωτική κατανάλωση και την υποστηρικτική δημοσιονομική πολιτική της Ελληνικής Κυβέρνησης της ΕΕ, αλλά και της ΕΚΤ και τις άμεσες εγχώριες και ξένες επενδύσεις.
Αναφορικά με το 2022 παρά τις σημαντικές εισαγωγές ενέργειας από τη Ρωσία, επισημαίνει ότι άλλες άμεσες εμπορικές και οικονομικές σχέσεις με τη Ρωσία όπως και την Ουκρανία είναι περιορισμένες. Θεωρεί ότι πιο ουσιαστικές θα είναι οι έμμεσες επιπτώσεις από εκείνες που θα έχουν οι εμπορικοί εταίροι της Ελλάδας (κυρίως η ΕΕ) και ο αντίκτυπος του υψηλότερου πληθωρισμού στο διαθέσιμο εισόδημα και η κατανάλωση.
Στο εσωτερικό, ανασταλτικοί παράγοντες θα είναι η μείωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης και του διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ η γενικότερη αβεβαιότητα μπορεί να καθυστερήσει την ανάκαμψη του τουρισμού και τις επενδύσεις. Σύμφωνα με το ΔΝΤ ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων αναμένεται να μειώσει την ανάπτυξη φέτος κατά μια πλήρη ποσοστιαία μονάδα στο 3,5%.
Η ισχυρότερη και πιο επίμονη αύξηση των τιμών της ενέργειας αναμένεται να ωθήσει τον μέσο πληθωρισμό 4,5% το 2022, πριν σταθεροποιηθεί στο 1,9% μεσοπρόθεσμα.
Αναφορικά με το χρέος, το ΔΝΤ παραδέχεται ότι βρίσκεται σε πτωτική πορεία και παραμένει βιώσιμο μεσοπρόθεσμα. Σημειώνει συγκεκριμένα ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί κάτω από τα προ πανδημίας επίπεδα 2023, αντικατοπτρίζοντας την ισχυρή ανάπτυξη, τη δημοσιονομική προσαρμογή και τον υψηλότερο πληθωρισμό, δεδομένου του γεγονότος ότι περισσότερο από τα 2/3 του χρέους βρίσκεται σε σταθερό επιτόκιο και έχει μακρά περίοδο αποπληρωμής.
Τονίζεται όμως ότι παρά τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα της κυβέρνησης και την ενεργή διαχείριση του χρέους σε περίπτωση έντονου κλυδωνισμού των αγορών και μεγάλης αύξησης των επιτοκίων, η εξυπηρέτηση του χρέους θα εξαρτηθεί και από την περαιτέρω υποστήριξη από τους εταίρους μας.
Παρόλα αυτά το ΔΝΤ συστήνει τη συνέχιση της στήριξης της οικονομίας με δημοσιονομικά μέτρα για όλο το 2022. Μάλιστα προτείνει να τεθεί στόχος για ένα πρωτογενές έλλειμμα κάτω από 2% του ΑΕΠ για φέτος και ενός λογικού πρωτογενούς πλεονάσματος για το 2023. Ως προτεραιότητα θέτει τη στήριξη των οικονομικά ευάλωτων νοικοκυριών που ζουν με το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, με μια αύξηση του επιδόματος ίση με τον πληθωρισμό.
Από την άλλη το ΔΝΤ συστήσει τη δημοσιονομική προσαρμογή ώστε να φτάσουμε σε πρωτογενή πλεονάσματα κοντά στο 2% του ΑΕΠ ως το 2027. Στην κατεύθυνση αυτή τονίζει ότι μέτρα όπως η μόνιμη μείωση φόρων, η ειδική εισφορά αλληλεγγύης για όλους και η μείωση ασφαλιστικών εισφορών θα πρέπει να αναστραφούν, αν δεν ισοσκελιστούν δημοσιονομικά από μειώσεις άλλων παροχών.
Επίσης προειδοποιεί ότι θα πρέπει να γίνει σεβαστό το πάγωμα των συντάξεων που ισχύει για φέτος και η “τιμαριθμοποίησή” τους τα επόμενα χρόνια, ενώ οι αποκλίσεις στους μισθούς του δημοσίου θα πρέπει αν αντιμετωπιστούν άμεσα. Επιπλέον τονίζει ότι η αύξηση του κατώτερου μισθούς να είναι “συνετή” για να μην πλήξει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.






































