Ο εισαγόμενος τουρισμός στην Ελλάδα από το 2019 χαρακτηρίζεται από συχνότερα, αλλά μικρότερης διάρκειας ταξίδια, σύμφωνα με έκθεση του ΙΝΣΕΤΕ (Ινστιτούτο του ΣΕΤΕ).
Η τάση αυτή οδηγεί σε μείωση των διανυκτερεύσεων, η οποία όμως υπερκαλύπτεται από την αύξηση των αφίξεων. Παράλληλα, ενισχύεται η εικόνα και η αναγνωρισιμότητα της χώρας στις μεγάλες αγορές της Δυτικής Ευρώπης, γεγονός που συνδέεται με αύξηση των τουριστικών εσόδων. Σημαντική είναι, επίσης, η ανάπτυξη της κρουαζιέρας, η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και η ενδυνάμωση της τουριστικής δραστηριότητας στην Αττική, ιδίως στην Αθήνα. Η διάχυση του τουρισμού πλέον αφορά και περιοχές εκτός των παραδοσιακών προορισμών, όπως το Νότιο Αιγαίο, η Κρήτη και τα Ιόνια Νησιά.
Ωστόσο, ο τομέας αντιμετωπίζει προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή, η αυξημένη φορολογική επιβάρυνση, το μη ορθολογικά σχεδιασμένο Τέλος Κλιματικής Αλλαγής και η ανάγκη για σαφή χωροταξικό σχεδιασμό.
Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι εισπράξεις (πλην κρουαζιέρας) αυξήθηκαν κατά 16,5%, φτάνοντας τα 20,59 δισ. ευρώ, ενώ οι αφίξεις ενισχύθηκαν κατά 14,7% στα 35,95 εκατομμύρια ταξιδιώτες. Αντίθετα, οι διανυκτερεύσεις μειώθηκαν οριακά κατά 0,6% στα 231 εκατομμύρια και η μέση διάρκεια παραμονής κατά 13,3%, στις 6,4 ημέρες.






































